| ISBN | 978-618-5926-18-2 |
|---|---|
| Σελίδες | 216 |
| Σχήμα | 12 × 1.35 × 20 cm |
| Τιμή | Original price was: €15.50.€13.95Η τρέχουσα τιμή είναι: €13.95. |
| Κυκλοφορία | Μάρτιος 2026 |
| Έκδοση | 1η |
| Επιμέλεια | Κώστας Σπαθαράκης, Εύα Πλιάκου |
| Σχεδιασμός εξωφύλλου | thinking |
| Επίμετρο | Νιόβη Ζαμπούκα |
Ζήλια
του Γιούρι Ολέσα
Μετάφραση: Νιόβη Ζαμπούκα
discount10percent, ΚΛΑΣΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, ΡΩΣΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΤα πρώτα χρόνια της ρωσικής επανάστασης, στο τέλος ενός κόσμου και στην αρχή ενός νέου, δύο αντίθετες δυνάμεις βρίσκονται σε σύγκρουση: από τη μια η θετικότητα της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, όπου τα πλακάκια του πατώματος θα λούζονται στον ήλιο, τα χάλκινα καζάνια θα ακτινοβολούν, τα πιάτα θ’ αστράφτουν λευκά σαν τα κρίνα, το γάλα θα είναι βαρύ σαν τον υδράργυρο κι η σούπα θα αναδίδει μια τέτοια ευωδιά που θα ζηλεύουν τα λουλούδια στα τραπέζια· κι από την άλλη η νοσταλγία, η συνομωσία των χαμένων συναισθημάτων της εποχής που τελειώνει, η τελευταία παρέλαση των πρώην ανθρώπων, οι αναζητητές της ατομικής ευτυχίας, τα παράσιτα και οι κωμικές φιγούρες. Ο Αντρέι Μπάμπιτσεφ, πρότυπο του νέου σοβιετικού τεχνοκράτη, έχει περιμαζέψει στο σπίτι του τον περιθωριακό, ανασφαλή και ευαίσθητο Καβαλέροφ, ο οποίος τον ζηλεύει βαθιά αλλά παράλληλα τον περιφρονεί γιατί έχει χάσει το πάθος και την ποιητική ευαισθησία του παλιού αιώνα. Με απροσδόκητο χιούμορ, αυτοσαρκασμό και οξύτητα, με μια πένα που αστράφτει, ο Γιούρι Ολέσα περιγράφει το τέλος μιας εποχής, μια μεταβατική περίοδο, που χρειάζεται τους δικούς της μύθους και παραμύθια.
* Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει την Πέμπτη 26 Μαρτίου.
Ι
Τραγουδάει τα πρωινά στον καμπινέ. Μπορείτε να φανταστείτε τι χαρούμενος και υγιής άνθρωπος είναι αυτός. Η επιθυμία να τραγουδήσει του έρχεται αντανακλαστικά. Τα τραγουδίσματά του, που δεν έχουν μήτε μελωδία μήτε λόγια, παρά μόνο ένα «τα-ρα-ρα» που το ξεφωνίζει σε διάφορους τόνους, μπορούν να ερμηνευτούν κάπως έτσι:
«Πόσο μ’ αρέσει να ζω… τα-ρα! τα-ρα!… Το έντερό μου είναι ελαστικό… ρα-τα-τα-τα-ρα-ρι… Τα πεπτικά μου υγρά κινούνται μέσα μου σωστά… ρα-τα-τα-ντου-τα-τα… συσπάσου, έντερο, συσπάσου… τραμ-μπα-μπα-μπουμ!»
Όταν περνάει το πρωί από δίπλα μου (εγώ κάνω τον κοιμισμένο), πηγαίνοντας από το υπνοδωμάτιο στην πόρτα που οδηγεί στα ενδότερα του διαμερίσματος, στο αποχωρητήριο, η φαντασία μου τον ακολουθεί. Ακούω την ανακατωσούρα στον καμπινέ, που είναι στενός για το τεράστιο σώμα του. Η πλάτη του τρίβεται στην πίσω πλευρά της κλειστής πόρτας, οι αγκώνες του χτυπούν στους τοίχους, κοπανάει τα πόδια του. Στην πόρτα της τουαλέτας έχει ένα ματ οβάλ τζάμι. Γυρίζει το διακόπτη, το οβάλ φωτίζεται και γίνεται ένα υπέροχο αυγό στο χρώμα του οπαλίου. Με τα μάτια της φαντασίας μου βλέπω το αυγό αυτό να αιωρείται στο σκοτάδι του διαδρόμου.
Ζυγίζει έξι πούντια. Πρόσφατα, κατεβαίνοντας μια σκάλα, παρατήρησε πως τα στήθη του τρεμουλιάζουν στο ρυθμό των βημάτων του. Γι’ αυτό αποφάσισε να προσθέσει στη γυμναστική του ένα νέο σετ ασκήσεων.
Είναι ένα υποδειγματικό αρσενικό.
Συνήθως κάνει γυμναστική όχι στο υπνοδωμάτιό του, αλλά σ’ αυτό το απροσδιόριστης χρήσης δωμάτιο όπου μένω εγώ. Εδώ έχει περισσότερη άπλα, αέρα, περισσότερο φως και λάμψη. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα μπαίνει δροσιά. Επίσης, εδώ έχει νιπτήρα. Φέρνει ένα ψάθινο χαλάκι απ’ το υπνοδωμάτιο. Γδύνεται μέχρι τη μέση, με το πλεχτό του σώβρακο πιασμένο μ’ ένα κουμπί στη μέση της κοιλιάς. Ο γαλαζορόδινος κόσμος του δωματίου στριφογυρνάει στον σεντεφένιο φακό του κουμπιού. Όταν ξαπλώνει στο χαλάκι ανάσκελα και αρχίζει να σηκώνει τα πόδια εναλλάξ, το κουμπί δεν αντέχει. Ξεπροβάλλει ο βουβώνας του. Ο βουβώνας του είναι μεγαλοπρεπής. Μια τρυφερή κηλίδα. Μια απαγορευμένη γωνιά. Ο βουβώνας ενός επιβήτορα. Μια τέτοια βουβωνική χώρα καστόρινης στιλπνότητας έχω δει σε αρσενική αντιλόπη. Τις κοπέλες, τις γραμματείς και τις υπαλλήλους του γραφείου του θα πρέπει να τις διαπερνούν ερωτικά ρεύματα με μια του ματιά.
Πλένεται σαν αγοράκι, ξεφυσάει, χοροπηδά, ρουθουνίζει, βγάζει κραυγές. Παίρνει το νερό με τις χούφτες και πριν το φτάσει στις μασχάλες, το χύνει στο χαλάκι. Το νερό σκορπίζεται στην ψάθα σε ολόκληρες, καθαρές σταγόνες. Ο αφρός πέφτει στη λεκάνη και αρχίζει να φουσκώνει σαν τηγανίτα. Μερικές φορές τον τυφλώνει το σαπούνι και σκουπίζει τα βλέφαρα με τους αντίχειρες βλαστημώντας. Κάνει γαργάρες κρώζοντας. Κάτω από το μπαλκόνι σταματούν οι άνθρωποι και σηκώνουν τα κεφάλια τους να δουν.
Το πιο ρόδινο και ήσυχο πρωινό. Η άνοιξη στο αποκορύφωμά της. Σε όλα τα περβάζια υπάρχουν ζαρντινιέρες με λουλούδια. Από τις ρωγμές τους διαρρέει το κιννάβαρι της επικείμενης ανθοφορίας.
(Εμένα δεν μ’ αγαπάνε τα πράγματα. Τα έπιπλα πασχίζουν να μου βάλουν τρικλοποδιά. Κάποια λακαριστή γωνία μια φορά κυριολεκτικά με δάγκωσε. Με το πάπλωμα έχουμε πάντα δύσκολες σχέσεις. Η σούπα που μου σερβίρουνε δεν κρυώνει ποτέ. Αν κάποιο πραματάκι –νόμισμα ή κουμπί– πέσει από το τραπέζι, κατρακυλάει συνήθως κάτω από κάποιο ασήκωτο έπιπλο. Σέρνομαι στο πάτωμα και, σηκώνοντας το κεφάλι, βλέπω τον μπουφέ να γελάει.)
Οι μπλε τιράντες του κρέμονται στο πλάι. Πηγαίνει στο υπνοδωμάτιο, βρίσκει το πενς-νε πάνω στην καρέκλα, το φοράει μπροστά στον καθρέφτη και επιστρέφει στο δωμάτιό μου. Εδώ, στη μέση του δωματίου, σηκώνει τις τιράντες, και τις δύο ταυτόχρονα, με μια κίνηση σαν να φορτώνει στους ώμους του φορτίο. Σε μένα δεν λέει κουβέντα. Εγώ κάνω πως κοιμάμαι. Στις μεταλλικές αγκράφες στις τιράντες του, ο ήλιος συγκεντρώνεται σε δύο φωτεινές δέσμες. (Τα πράγματα τον αγαπάνε.)
Δεν χρειάζεται να χτενιστεί και να φροντίσει τα γένια και το μουστάκι του. Το κεφάλι του είναι κοντοκουρεμένο, το μουστάκι μικρό – ακριβώς κάτω απ’ τη μύτη. Μοιάζει με μεγάλο παχουλό αγοράκι.
Πήρε ένα μπουκαλάκι· το γυάλινο πώμα έτριξε. Έριξε κολόνια στην παλάμη του και την πέρασε από την καμπύλη του κεφαλιού του – από το μέτωπο στον αυχένα και πίσω.
Το πρωί πίνει δύο ποτήρια κρύο γάλα: παίρνει μια κανάτα απ’ τον μπουφέ, βάζει και πίνει όρθιος.
Όταν τον πρωτοείδα, έμεινα άναυδος. Ήταν κάτι απίστευτο, κάτι αδιανόητο. Στεκόταν μπροστά μου
μ’ ένα κομψό γκρίζο κουστούμι, μυρίζοντας κολόνια. Τα χείλη του ήταν φρέσκα, ελαφρώς σαρκώδη. Ήταν, απ’ ό,τι φαίνεται, δανδής.
Πολύ συχνά ξυπνάω μέσα στη νύχτα απ’ το ροχαλητό του. Μέσα στη νύστα μου, δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Σαν κάποιος να προφέρει απειλητικά το ίδιο πράγμα: «Κρακατόου… κρρρα… κα…… τόουουου…»
Του διέθεσαν ένα πανέμορφο διαμέρισμα. Τι βάζο είναι αυτό που στέκεται δίπλα στην μπαλκονόπορτα πάνω σε λακαριστή βάση! Ένα βάζο απ’ την πιο φίνα πορσελάνη, καμπυλόγραμμο, ψηλό, μ’ ένα απαλό κόκκινο του αίματος να φεγγίζει μέσα του. Θυμίζει φλαμίνγκο. Το διαμέρισμα βρίσκεται στον δεύτερο όροφο. Το μπαλκόνι αιωρείται ελεύθερο στο χώρο. Ο φαρδύς δρόμος του προαστίου μοιάζει με λεωφόρο. Από κάτω, στην απέναντι πλευρά, είναι ένας κήπος: ένας τυπικός για τα περίχωρα της Μόσχας πυκνός κήπος γεμάτος δέντρα, ένα άτακτο σύνολο που ξεφύτρωσε σ’ ένα κενό οικόπεδο ανάμεσα σε τρεις τοίχους, σαν μέσα σ’ ένα φούρνο.
Είναι λαίμαργος. Το μεσημέρι τρώει έξω. Χθες το βράδυ ήρθε πεινασμένος, αποφάσισε να τσιμπήσει. Στον μπουφέ δεν είχε τίποτα. Κατέβηκε κάτω (στη γωνία έχει ένα μαγαζί) και έφερε ένα σωρό πράγματα: διακόσια πενήντα γραμμάρια χοιρομέρι, ένα βάζο καπνιστές σαρδέλες, σκουμπρί σε κονσέρβες, μια μεγάλη φραντζόλα, κοτζάμ μισοφέγγαρο ολλανδικό τυρί, τέσσερα μήλα, μια δεκάδα αυγά και ζελεδάκια «Πέρσικο μπιζέλι». Παρήγγειλε αυγά μάτια και τσάι (η κουζίνα του σπιτιού είναι κοινή, εξυπηρετούν δύο μαγείρισσες σε βάρδιες).
– Περιδρομιάστε, Καβαλέροφ, με προσκάλεσε και έπεσε κι αυτός με τα μούτρα. Έφαγε την ομελέτα απ’ το τηγάνι, κόβοντας τα κομμάτια του ασπραδιού όπως ξεφλουδίζουμε το σμάλτο. Τα μάτια του γέμισαν αίμα, έβγαλε και ξαναφόρεσε το πενς-νε, μασούλαγε, ξεφυσούσε, κουνιόντουσαν τα αυτιά του.
Μου αρέσει να παρατηρώ. Έχετε παρατηρήσει ποτέ ότι το αλάτι πέφτει από την άκρη του μαχαιριού χωρίς ν’ αφήνει κανένα ίχνος – το μαχαίρι λάμπει σαν ανέγγιχτο· ότι το πενς-νε καβαλάει το κόκαλο της μύτης σαν ποδήλατο· ότι ο άνθρωπος περιβάλλεται από μικρές επιγραφές, μια διάσπαρτη μυρμηγκοφωλιά από μικρές επιγραφές: πάνω στα πιρούνια, τα κουτάλια, τα πιάτα, το σκελετό του πενς-νε, τα κουμπιά, τα μολύβια; Κανένας δεν τις παρατηρεί. Παλεύουν για την ύπαρξή τους. Περιφέρονται από βλέμμα σε βλέμμα, μέχρι και τα τεράστια γράμματα των κρεμαστών επιγραφών. Εξεγείρονται – τάξη εναντίον τάξης: τα γράμματα των πινακίδων με τις ονομασίες των οδών πολεμούν με τα γράμματα στις αφίσες.
Έφαγε μέχρι σκασμού. Έφτασε ένα μήλο με το μαχαίρι, αλλά έκοψε μόνο ένα κίτρινο μάγουλο και το παράτησε.
Ένας λαϊκός επίτροπος μίλησε γι’ αυτόν πολύ επαινετικά σε μια ομιλία:
– Ο Αντρέι Μπάμπιτσεφ είναι ένας από τους εξαιρετικούς ανθρώπους του κράτους.
Αυτός, ο Αντρέι Πετρόβιτς Μπάμπιτσεφ, κατέχει τη θέση του διευθυντή του ομίλου επιχειρήσεων της βιομηχανίας τροφίμων. Είναι μεγάλος παραγωγός σαλαμιού, ζαχαροπλάστης και μάγειρας.
Κι εγώ, ο Νικολάι Καβαλέροφ, είμαι ο παλιάτσος του.



