Προσφορά!

Αυτοβιογραφία ενός πτώματος

του Σιγκισμούντ Κρζιζανόφσκι

Μετάφραση: Ελένη Μπακοπούλου

, , ,

Ο Κρζιζανόφσκι δημιουργεί ένα ιδιόμορφο φανταστικό σύμπαν, τρυφερό και γκροτέσκο, γεμάτο παραδοξότητες, φιλοσοφικό χιούμορ και ειρωνεία. Τα διηγήματά του συνδυάζουν έναν ριζοσπαστικό μοντερνισμό με παραδοσιακά θέματα και μορφές της ρωσικής λογοτεχνίας: τον νεαρό που φτάνει στην πρωτεύουσα, τον απελπισμένο ένοικο του μικροσκοπικού διαμερίσματος, τη συνομιλία με τους νεκρούς που αρνούνται να εγκαταλείψουν τα εγκόσμια,   την περιπλάνηση στη μεγαλούπολη. Η γραφή του Κρζιζανόφσκι επικεντρώνεται στον θραυσματικό κόσμο της καθημερινής ζωής, στον ψυχικό διχασμό, στη σημασία που έχουν οι ιστορίες και στην ίδια την εμπειρία της ανάγνωσης.

Εκκαθάριση

ο συγγραφέας

Κρζιζανόφσκι Σιγκισμούντ

Ο Σιγκισμούντ Κρζιζανόφσκι (1887-1950) γεννήθηκε στο Κίεβο από οικογένεια πολωνικής καταγωγής, και σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Κιέβου. Το 1922 εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου συμμετείχε στους πρωτοποριακούς θεατρικούς κύκλους και στις δραστηριότητες της Κρατικής Ακαδημίας Καλλιτεχνικών Επιστημών. Ωστόσο ελάχιστα από τα διηγήματα και τα θεατρικά του έργα ή από τις μελέτες του για τον Πούσκιν και τον Σαίξπηρ, βρήκαν το δρόμο προς το κοινό, γεγονός που τον οδήγησε στην απογοήτευση και την απόσυρση. Έμεινε σχεδόν άγνωστος και πέθανε φτωχός και λησμονημένος· το έργο του ανακαλύφθηκε εκ νέου τη δεκαετία του 1970, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, και σήμερα ο Κρζιζανόφσκι αναγνωρίζεται ως μία από τις πιο πρωτότυπες φωνές της ρωσικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

O δημοσιογράφος Σταμ, του οποίου τα «Γράμματα από την επαρχία» υπογράφονταν με «K.ά.» και άλλα ψευδώνυμα, αποφάσισε να ακολουθήσει τα γράμματά του στη Μόσχα.
Ο Σταμ είχε εμπιστοσύνη στους αγκώνες του και στην ικανότητα του «K.ά.» να ανταλλάσσει τις σταγό­­νες της μελάνης με ρούβλια, αλλά τον βασάνιζε το θέ­­­μα της διαμονής. Ήξερε ότι στη σκακιέρα της πρωτεύ­ουσας δεν προβλέπονταν τετραγωνάκια για όλα τα πιόνια. Οι άνθρωποι που είχαν βρεθεί κάποια στιγμή στη Μόσχα τον είχαν φοβίσει: τα πάντα είναι φίσκα, μέχρι τις σκεπές. Διανυκτερεύουν σε χωλ, σε σκάλες υπηρεσίας, στα παγκάκια των λεωφόρων, σε καζάνια για την άσφαλτο και σε κάδους σκουπιδιών.
Γι’ αυτό κι ο Σταμ, με το που πάτησε από το σκαλο­πατάκι του βαγονιού στην αποβάθρα του μοσχοβί­τικου σταθμού, άρχισε να επαναλαμβάνει σε νεκρά και ζωντανά, ανθρώπινα και τηλεφωνικά ώτα μία και μοναδική λέξη: δωμάτιο…
Όμως το μαύρο τηλεφωνικό αυτί, αφού τον άκουσε, κρεμάστηκε αδιάφορα στον ατσάλινο γάντζο του. Τα ανθρώπινα αυτιά κρύβονταν μέσα σε αστραχάν και γούνινους γιακάδες –η παγωνιά τη μέρα εκείνη έκανε το χιόνι να τρίζει δυνατά– η λέξη, λες και θαβόταν κάτω από στρώσεις επί στρώσεων γυαλιστερού καρμπόν, από φορά σε φορά ξεθώριαζε και διασκορπιζόταν αθόρυβα σε ηχηρά γράμματα.
Ο πολίτης Σταμ ήταν πολύ νευρικός και εντυπωσιαζόταν εύκολα: όταν το βράδυ, αφού βολοδάρθηκε σαν σβούρα με σκοινί, ξάπλωσε σε τρεις σκληρές καρέ­κλες, που τον έσπρωχναν με τις πλάτες τους προς το δάπεδο – το φάντασμα του κάδου σκουπιδιών, με το καπάκι του φιλόξενα ανοιχτό, εμφανίστηκε καθαρά στη συνείδησή του.
Όμως δεν λέγεται αδίκως ότι η μέρα είναι σοφότερη από τη νύχτα. Και μάλλον πιο πονηρή. Αφού σηκώθηκε, με την αυγή, από τις καρέκλες του, που σκόρπισαν αμέσως κατσούφικα στις γωνιές του δωματίου, ο Σταμ ζήτησε συγγνώμη για την ενόχληση, ευχαρίστησε για τη στέγη και μελαγχολικά βγήκε στους μισοέρημους δρόμους της ντυμένης με χιόνι και πάχνη Μόσχας. Δεν είχε κάνει όμως ούτε εκατό βήματα, και στην πρώτη σχεδόν διασταύρωση, έπεσε πάνω σε έναν ανθρωπάκο που προχωρούσε γρήγορα φορώντας ένα τσαλακωμένο και φτηνό ελαφρύ πανωφόρι. Τα μάτια του ανθρωπάκου ήταν κρυμμένα κάτω από ένα κασκέτο, τα χείλη σφιχτά τυλιγμένα με ένα κασκόλ. Και παρ’ όλα αυτά, ο ανθρωπάκος τον είδε, σταμάτησε και είπε:
«Α, κι εσείς;»
«Ναι».
«Για πού τόσο νωρίς;»
«Ψάχνω δωμάτιο».
Ο Σταμ δεν πολυκατάλαβε την απάντηση: τα λόγια είχαν σκαλώσει στο διπλά τυλιγμένο κασκόλ. Αλλά είδε: ο περαστικός έχωσε το χέρι στο πανωφόρι, ψαχούλεψε κάμποση ώρα με τα δάχτυλά του να αναδεύονται κάτω από το ύφασμα κι ύστερα έβγαλε ένα στε­­­­­νό σημειωματάριο. Για κάνα λεπτό έγραφε κάτι σ’ αυτό, φυσώντας τα ξεπαγιασμένα δάχτυλά του. Μία ώρα αργότερα ένα κομματάκι χαρτί επτά οχτώ εκατοστών, σκισμένο από το σημειωματάριο, μετατράπηκε με τρόπο μαγικό σε κατοικία μεγέθους δεκαπέντε τετραγωνικών.
Ο πολυπόθητος χώρος βρέθηκε στον τελευταίο όροφο ενός τεράστιου γκρίζου κτιρίου, σε ένα από τα δρομάκια, που σχηματίζουν στραβά ζιγκ ζαγκ από την Ποβάρσκαγια ώς τη Νικίτσκαγια. Το δωμάτιο φά­­­νηκε στον Σταμ κάπως στενό και σκοτεινό, αλλά μό­­λις άναψαν το ηλεκτρικό, στον τοίχο εμφανίστηκαν χα­­­ρούμενα γαλάζια τριαντάφυλλα σε μακρόστενες κάθετες γραμμές πάνω στην ταπετσαρία. Τα γαλάζια τριαντάφυλλα άρεσαν στον Σταμ. Πήγε προς το παρά­­θυρο: εκατοντάδες σκεπές, πάνω ακριβώς από τα παράθυρα. Με μια έκφραση ικανοποίησης στράφηκε στη σπιτονοικοκυρά – μία ήσυχη, ηλικιωμένη γυναίκα, με μαύρο σάλι στους ώμους.
«Πολύ καλά. Το παίρνω. Μπορώ να έχω το κλειδί;»
Κλειδί δεν υπήρχε. Χαμηλώνοντας τα μάτια και σφίγγοντας πάνω της το σάλι σαν να κρύωνε, είπε ότι το κλειδί είχε χαθεί, αλλά ότι… Ο Σταμ δεν έκατσε ν’ ακούσει:
«Δεν πειράζει. Για την ώρα θα βολευτώ με ένα λουκέτο. Πάω να φέρω τα πράγματά μου».
Μια ώρα αργότερα ο καινούργιος ένοικος πάλευε μπροστά στην πόρτα βιδώνοντας τη μεταλλική θηλιά ενός λουκέτου. Παρότι ο Σταμ βρισκόταν σε χαρούμενη έξαψη, ένα επουσιώδες στοιχείο τον ανησύχησε: τοποθετώντας την προσωρινή κλειδαριά, πρόσεξε πως η παλιά κλειδαριά έμοιαζε παραβιασμένη. Πάνω από το μεταλλικό πλαίσιο της κλειδαριάς φαίνονταν κάτι σημάδια από χτυπήματα και βαθιές χαρακιές. Λίγο πιο ψηλά, στο ξύλο, υπήρχαν εμφανή σημάδια από τσεκούρι. Ο Σταμ ήταν πολύ καχύποπτος και με ένα σπίρτο στο χέρι (ο διάδρομος που ένωνε το δωμάτιο με το χωλ ήταν σκοτεινός) εξέτασε για πολλή ώρα την πόρτα. Όμως πέρα από τον λευκό αριθμό 24, που ήταν ευδιά­κριτα χαραγμένος στο κέντρο της καφέ επιφάνειας της πόρτας και προφανώς ήταν απαραίτητος για την αρίθμηση των δωματίων στο κτίριο, δεν παρατήρησε τί­­­ποτα άλλο.
«Δεν πειράζει», σκέφτηκε κουνώντας το χέρι ο Σταμ και καταπιάστηκε με το περιεχόμενο της βαλίτσας του.
Τις επόμενες δύο μέρες όλα πήγαιναν όπως ακριβώς όφειλαν να πάνε. Όλη τη μέρα γυρνούσε από πόρτα σε πόρτα, από συνάντηση σε συνάντηση, υποκλινόταν, έκανε χειραψίες, μίλαγε, άκουγε, ζητούσε, απαιτούσε, και κατά το βράδυ ο χαρτοφύλακάς του, σφιγμένος κάτω από το μπράτσο του, γινόταν περίεργα βαρύς, τραβούσε το χέρι του προς τα κάτω, τα βήματά του μί­­κραιναν, έχαναν την ακρίβειά τους, γίνονταν πιο αργά και ο Σταμ επέστρεφε στο δωμάτιό του και, αφού πα­­­ρα­­τηρούσε με μισοκοιμισμένα μάτια τις σειρές των γα­­­­­­­­­λάζιων τριαντάφυλλων της ταπετσαρίας, βυθιζόταν αμέσως σε έναν άδειο, κατασκότεινο ύπνο. Το τρί­­­το βρά­­­δυ κατάφερε να ξεμπλέξει κάπως νωρίτερα. Στο ρο­­­­­λόι του δρόμου, ο λεπτοδείκτης μετακινήθηκε δείχνοντας 10:45 τη στιγμή που ο Σταμ πλησίαζε την πόρ­­τα του κτιρίου του. Αφού ανέβηκε τη σκάλα, προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο, γύρισε το κλείστρο του σύρτη της εξωτερικής πόρτας. Έπειτα προχώρησε στον σκοτεινό διάδρομο προς το δωμάτιο αρ. 24 και σταμάτησε ψάχνοντας στην τσέπη του το κλειδί. Στο κοινοβιακό διαμέρισμα επικρατούσε ήδη σκότος και σιγαλιά. Μόνο κάπου στ’ αριστερά τρεις τοίχους πιο πέρα ηχούσε μονότονα μία ΠΡΙΜΟΥΣ. Βρίσκοντας το κλειδί, το γύρισε μέσα στο μεταλλικό λουκέτο και έσπρωξε την πόρτα: την ίδια στιγμή κάτι, που φάνηκε σαν λευκός λεκές στα δάχτυλά του, γλίστρησε θροΐζοντας προς τα κάτω και έπεσε απαλά στο δάπεδο. Ο Σταμ γύρισε το διακόπτη. Στο κατώφλι, έχοντας προφανώς πέσει από την κάσα της πόρτας όπου ήταν σφηνωμένο, βρισκόταν ένα τετράδιο τυλιγμένο σε ένα λευκό χαρτόδετο πακετάκι. Ο Σταμ το σήκωσε και διάβασε τη διεύθυνση: «Προς τον ένοικο του δωματίου αρ. 24».
Όνομα δεν υπήρχε. Ο Σταμ μισάνοιξε μία γωνία του τετραδίου: φάνηκαν κάτι μυτερά τρεμουλιαστά γράμ­­ματα, νευρικά αγκιστρωμένα στην αράδα. Απορώ­ντας, ο Σταμ διάβασε ακόμη μια φορά την περίεργη διεύθυνση, αλλά, τη στιγμή που περιεργαζόταν το χειρόγραφο, αυτό, ξεγλιστρώντας από την κάπως χαλαρή χάρτινη θηλιά του, επανέφερε από μόνο του στο αρχικό του σχήμα το διπλωμένο στα τέσσερα χάρτινο σώμα του. Κατόπιν τούτου δεν έμενε παρά να ανοίξει την πρώτη σελίδα όπου υπήρχαν μόνο τρεις λέξεις:

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΠΤΩΜΑΤΟΣ