Η ημέρα της κρίσεως

Φλάννερυ Ο'Κόννορ

Το σκηνικό των διηγημάτων της Ο’Κόννορ είναι σκόπιμα περιορισμένο: ένα αγροτικό σπίτι του αμερικανικού Νότου, μια σειρά πεύκα στον ορίζοντα, μια οικογένεια με τις συνηθισμένες αντιθέσεις της, ένα καινούργιο πρόσωπο, μικρές κωμικές ανατροπές, ένα καπέλο, ένας ταύρος, ένα τατουάζ, ο θάνατος. Όμως αυτή η σχεδόν προκλητική απλότητα των θεμάτων και του ύφους είναι απατηλή, καθώς το συγγραφικό σχέδιο μας οδηγεί σε μια ιλιγγιώδη κάθετη πτώση. Με σχεδόν ανεπαίσθητες χειρονομίες η Ο’Κόννορ αρθρώνει μια ολοκληρωμένη κριτική στις σύγχρονες μορφές ζωής, ισορροπώντας ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό, υπονομεύοντας κάθε βεβαιότητα, κάθε πίστη, κάθε προσδοκία. «Ο συγγραφέας παρουσιάζει το μυστήριο μέσα από τα ήθη, τη χάρη μέσα από τη φύση, αλλά όταν ολοκληρώνει το έργο του, πρέπει πάντα να παραμένει αυτή η αίσθηση του μυστηρίου που δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανένα ανθρώπινο σχέδιο».

Η σεζόν

Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη

Ποιος είναι αυτός που κάθεται δίπλα σου στο πλοίο; Ποιοι είναι αυτοί που στριμώχνονται στην αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου; Οι ερωτήσεις αυτές δεν έχουν προφανείς απαντήσεις. Γιατί οι άνθρωποι ταξιδεύουν και μετακινούνται για πολλούς διαφορετικούς λόγους, για δουλειά, για αναζήτηση δουλειάς, για ξεκούραση, για σπουδές ή απλά για να γυρίσουν σπίτι. Το μόνο σίγουρο είναι πως στα ελληνικά λιμάνια ή στα αεροδρόμια, με το που πιάνει η άνοιξη ξεκινάνε να συνωστίζονται, ανάμεσα στους τουρίστες, οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες που φεύγουν για σεζόν. Η σεζόν είναι μια ειδική και αχαρτογράφητη πραγματικότητα και το μοναδικό αποτύπωμα που έχουμε για εκείνη είναι αυτό που μετριέται στα στοιχεία του ΑΕΠ. Η Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη μας βοηθάει να καταλάβουμε πως η σεζόν είναι μια πολύπλοκη εργασιακή εμπειρία, ένα κοινό βίωμα για όλους όσους ψάχνουν δουλειά από μικροί, το οποίο όμως είναι ικανό να αποκαλύψει την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και, τελικά, να μας μάθει να αναγνωρίζουμε πόσο ίδιοι και πόσο διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι που στριμώχνονται στα πλοία.

Το ρεπορτάζ

Ελίζα Τριανταφύλλου

Ένας κρεοπώλης σε σουπερμάρκετ και ένας εργαζόμενος σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας με χαρτζιλίκι από την ΕΥΠ, επιχειρηματίες από την Ελλάδα, το Ισραήλ και τη Βόρεια Μακεδονία, υψηλόβαθμα στελέχη μυστικών υπηρεσιών, παραστρατιωτικές οργανώσεις από το Σουδάν, στελέχη της ΕΥΠ που εκπαιδεύονται στις νέες τεχνολογίες, έμποροι όπλων που λειτουργούν ως μεσάζοντες για την πώληση κακόβουλων λογισμικών και μικροβιολόγοι που κάνουν ελέγχους για την covid-19. Όλοι αυτοί δεν πρωταγωνιστούν στο αστυνομικό μυθιστόρημα που όλοι θα θέλαμε να διαβάσουμε. Η Ελίζα Τριανταφύλλου διασταυρώνεται μαζί τους κατά τη διάρκεια ενός ρεπορτάζ που, καθώς ξετυλίγεται, μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα τη δομή της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα αλλά και τη δομή του ελληνικού κράτους. Κι αν μόνο η αντίσταση αποκαλύπτει την εξουσία, το ρεπορτάζ της Τριανταφύλλου και των συναδέλφων της αντιστέκεται σε όσα ένα κράτος θέλει να δουλεύει στο σκοτάδι και σε μια δημοσιογραφία που επιτρέπει στο σκοτάδι να μένει σκοτεινό.

Ζήλια

Γιούρι Ολέσα

Τα πρώτα χρόνια της ρωσικής επανάστασης, στο τέλος ενός κόσμου και στην αρχή ενός νέου, δύο αντίθετες δυνάμεις βρίσκονται σε σύγκρουση: από τη μια η θετικότητα της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, όπου τα πλακάκια του πατώματος θα λούζονται στον ήλιο, τα χάλκινα καζάνια θα ακτινοβολούν, τα πιάτα θ’ αστράφτουν λευκά σαν τα κρίνα, το γάλα θα είναι βαρύ σαν τον υδράργυρο κι η σούπα θα αναδίδει μια τέτοια ευωδιά που θα ζηλεύουν τα λουλούδια στα τραπέζια· κι από την άλλη η νοσταλγία, η συνομωσία των χαμένων συναισθημάτων της εποχής που τελειώνει, η τελευταία παρέλαση των πρώην ανθρώπων, οι αναζητητές της ατομικής ευτυχίας, τα παράσιτα και οι κωμικές φιγούρες. Ο Αντρέι Μπάμπιτσεφ, πρότυπο του νέου σοβιετικού τεχνοκράτη, έχει περιμαζέψει στο σπίτι του τον περιθωριακό, ανασφαλή και ευαίσθητο Καβαλέροφ, ο οποίος τον ζηλεύει βαθιά αλλά παράλληλα τον περιφρονεί γιατί έχει χάσει το πάθος και την ποιητική ευαισθησία του παλιού αιώνα. Με απροσδόκητο χιούμορ, αυτοσαρκασμό και οξύτητα, με μια πένα που αστράφτει, ο Γιούρι Ολέσα περιγράφει το τέλος μιας εποχής, μια μεταβατική περίοδο, που χρειάζεται τους δικούς της μύθους και παραμύθια.

Όλα τα δέντρα

Μαρία Φακίνου

Μια γνωριμία σε ένα πάρτι που θα γίνει ένα φλερτ που θα γίνει μια πτώση που θα γίνει μια σχέση που θα γίνει μια εκδρομή που θα γίνει ένα αρχείο που θα γίνει ένα βιβλίο που θα γίνει ένας τρόπος να σκεφτούμε την επιθυμία, την προσέγγιση και την απόσταση, το χωρισμό, την ανάμνηση, την αφήγηση. Αυτή η σημερινή ερωτική ιστορία, που είναι όλες οι σημερινές ερωτικές ιστορίες, αποτυπώνει με πάθος την εσωτερική ζωή της ηρωίδας, διερευνά τις συναισθηματικές αλλά και τις γλωσσικές μετατοπίσεις που συνδέονται με τον έρωτα, και πιέζει την πληγή μέχρι να πονέσει.

Σαλονίκη

Γιάννης Καρλόπουλος

καρτ ποστάλ ενός αιώνα: εικόνες και γράμματα μιας πόλης Μια συλλογή καρτ ποστάλ της Θεσσαλονίκης από το 1912 ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1980, χωρισμένη σε 4 μέρη, με βάση την τεχνική της εκτύπωσής τους. Ένας φόρος τιμής στους αφανείς εργάτες αυτής της τέχνης που τείνει να εκλείψει και στους επιστολογράφους: Γάλλους στρατιώτες του μακεδονικού μετώπου, Εβραίους της Θεσσαλονίκης, Αθηναίους εκδρομείς, μετανάστες στην Αμερική, τουρίστες, φίλους, συγγενείς. Ο Γιάννης Καρλόπουλος εκθέτει ένα τμήμα του τυπογραφικού του αρχείου, ανασυγκροτώντας μια ιδιαίτερη οπτική ταυτότητα της πόλης και σχολιάζοντας όψεις και εικόνες της ιστορίας της και της ζωής της.

Βραδιές

Νικολάι Γκόγκολ

Στο πρώτο πεζογραφικό έργο του Νικολάι Γκόγκολ, στις ιστορίες που συνέλεξε ο μελισσοκόμος Ρούντι Πάνκο, το λαϊκό παραμύθι συναντά την τραγωδία, το χιούμορ συμπορεύεται με τον σκοτεινό θρύλο, το βλάσφημο εμπαίζει το ιερό, η λαϊκή γλώσσα αναμετριέται με την υψηλή λογοτεχνία, η πραγματικότητα μπλέκεται με το φανταστικό και η κωμωδία εναλλάσσεται με τον τρόμο. Ο Γκόγκολ, απεικονίζοντας τον αγροτικό κόσμο των Κοζάκων, φιλοτεχνεί ένα πολυσύνθετο και εικαστικά εκθαμβωτικό σύμπαν, γεμάτο μάγισσες, διαβόλους, φαντάσματα και αλλόκοτους χωρικούς. Με το έργο αυτό ο Γκόγκολ βρίσκει τη μοναδική αφηγηματική φωνή του που άφησε το ανεξίτηλο στίγμα της στη ρωσική λογοτεχνία.

Η φυλακή

Τάσος Θεοφίλου

Οι φυλακές είναι πάρκινγκ και γυμναστήριο για τους κρατούμενους και τις κρατούμενες, διευθυντήριο και σχολείο για το έγκλημα, ένοχο μυστικό για τη δικαιοσύνη και μαύρο κουτί για την κοινωνία των πολιτών. Το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο από τον Τάσο Θεοφίλου, έναν άνθρωπο που έζησε μέσα στις ελληνικές φυλακές και βγαίνοντας δεν σταμάτησε να τις παρακολουθεί και να γράφει γι’ αυτές. Με άλλα λόγια, έναν άνθρωπο που τις έζησε διπλά, ως φυλακισμένος και ως παρατηρητής της καθημερινότητάς τους, μετατρέποντας την προσωπική του εμπειρία σε γλώσσα ικανή να σταθεί απέναντι στα στερεότυπα που παράγουν οι ειδήσεις, οι επιτροπές και οι σκηνοθέτες. Και είναι μια σύντομη κατάδυση στο τυφλό σημείο του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και των θεσμών του, εκεί όπου τα δικαιώματα ακυρώνονται από την ίδια την εφαρμογή τους.