Μάκης Μαλαφέκας
Οικονόμου. Μεθώνης. Πεζόδρομος. Πικροδάφνες. Χθεσινό δακρυγόνο. Περσινό. Στο ύψος της Μπενάκη, από ένα παράθυρο ακουγόταν μια παλιά τέκνο. Χαμηλά, υπόκωφα, πίσω από κουρτίνες. Faithless. Insomnia. Κι ήταν πολύ περίεργο: Ήταν ξαφνικά η πρώτη φορά από τότε που είχα φτάσει στην Αθήνα, που αισθανόμουν απόλυτα ήρεμος. Την πόλη αγκάλιαζε ένα τέρας κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή το τέρας δεν υπήρχε. Ήμουν μόνο ο Κρόκος. Ένα επίθετο. Ένα όνομα με έξι γράμματα, δύο συλλαβές, δύο κάππα, δύο όμικρον. Ήμουν ο Κρόκος στην Αθήνα, κι αυτό ήταν αρκετό.
Μουνίρ Ατσέμι
Ένας αρχαιολόγος ταξιδεύει σε έναν μακρινό πλανήτη για να μελετήσει έναν μυστηριώδη πολιτισμό. Απόγονοι μιας διαστημικής αποστολής που έχει από καιρό ξεχαστεί, οι Μουλάι έχουν χάσει κάθε δεσμό που κάποτε τους συνέδεε με τη Γη. Έπειτα από αιώνες απομόνωσης, η γλώσσα, η γραφή και τα ήθη τους έχουν μετασχηματιστεί σε κάτι σχεδόν αγνώριστο. Καθώς ο αρχαιολόγος καταγράφει τις προσπάθειές του να κατανοήσει τον κόσμο τους, έναν παράδοξο αντικατοπτρισμό του δικού μας, και να αποκρυπτογραφήσει τους μύθους και τις αφηγήσεις τους, παρασύρεται σε έναν κόσμο ρευστών νοημάτων, εικόνων και σωμάτων, που τον γοητεύει όλο και περισσότερο.
Φλάννερυ Ο'Κόννορ
Το σκηνικό των διηγημάτων της Ο’Κόννορ είναι σκόπιμα περιορισμένο: ένα αγροτικό σπίτι του αμερικανικού Νότου, μια σειρά πεύκα στον ορίζοντα, μια οικογένεια με τις συνηθισμένες αντιθέσεις της, ένα καινούργιο πρόσωπο, μικρές κωμικές ανατροπές, ένα καπέλο, ένας ταύρος, ένα τατουάζ, ο θάνατος. Όμως αυτή η σχεδόν προκλητική απλότητα των θεμάτων και του ύφους είναι απατηλή, καθώς το συγγραφικό σχέδιο μας οδηγεί σε μια ιλιγγιώδη κάθετη πτώση. Με σχεδόν ανεπαίσθητες χειρονομίες η Ο’Κόννορ αρθρώνει μια ολοκληρωμένη κριτική στις σύγχρονες μορφές ζωής, ισορροπώντας ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό, υπονομεύοντας κάθε βεβαιότητα, κάθε πίστη, κάθε προσδοκία. «Ο συγγραφέας παρουσιάζει το μυστήριο μέσα από τα ήθη, τη χάρη μέσα από τη φύση, αλλά όταν ολοκληρώνει το έργο του, πρέπει πάντα να παραμένει αυτή η αίσθηση του μυστηρίου που δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανένα ανθρώπινο σχέδιο».
Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη
Ποιος είναι αυτός που κάθεται δίπλα σου στο πλοίο; Ποιοι είναι αυτοί που στριμώχνονται στην αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου; Οι ερωτήσεις αυτές δεν έχουν προφανείς απαντήσεις. Γιατί οι άνθρωποι ταξιδεύουν και μετακινούνται για πολλούς διαφορετικούς λόγους, για δουλειά, για αναζήτηση δουλειάς, για ξεκούραση, για σπουδές ή απλά για να γυρίσουν σπίτι. Το μόνο σίγουρο είναι πως στα ελληνικά λιμάνια ή στα αεροδρόμια, με το που πιάνει η άνοιξη ξεκινάνε να συνωστίζονται, ανάμεσα στους τουρίστες, οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες που φεύγουν για σεζόν. Η σεζόν είναι μια ειδική και αχαρτογράφητη πραγματικότητα και το μοναδικό αποτύπωμα που έχουμε για εκείνη είναι αυτό που μετριέται στα στοιχεία του ΑΕΠ. Η Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη μας βοηθάει να καταλάβουμε πως η σεζόν είναι μια πολύπλοκη εργασιακή εμπειρία, ένα κοινό βίωμα για όλους όσους ψάχνουν δουλειά από μικροί, το οποίο όμως είναι ικανό να αποκαλύψει την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και, τελικά, να μας μάθει να αναγνωρίζουμε πόσο ίδιοι και πόσο διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι που στριμώχνονται στα πλοία.
Ελίζα Τριανταφύλλου
Ένας κρεοπώλης σε σουπερμάρκετ και ένας εργαζόμενος σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας με χαρτζιλίκι από την ΕΥΠ, επιχειρηματίες από την Ελλάδα, το Ισραήλ και τη Βόρεια Μακεδονία, υψηλόβαθμα στελέχη μυστικών υπηρεσιών, παραστρατιωτικές οργανώσεις από το Σουδάν, στελέχη της ΕΥΠ που εκπαιδεύονται στις νέες τεχνολογίες, έμποροι όπλων που λειτουργούν ως μεσάζοντες για την πώληση κακόβουλων λογισμικών και μικροβιολόγοι που κάνουν ελέγχους για την covid-19. Όλοι αυτοί δεν πρωταγωνιστούν στο αστυνομικό μυθιστόρημα που όλοι θα θέλαμε να διαβάσουμε. Η Ελίζα Τριανταφύλλου διασταυρώνεται μαζί τους κατά τη διάρκεια ενός ρεπορτάζ που, καθώς ξετυλίγεται, μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα τη δομή της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα αλλά και τη δομή του ελληνικού κράτους. Κι αν μόνο η αντίσταση αποκαλύπτει την εξουσία, το ρεπορτάζ της Τριανταφύλλου και των συναδέλφων της αντιστέκεται σε όσα ένα κράτος θέλει να δουλεύει στο σκοτάδι και σε μια δημοσιογραφία που επιτρέπει στο σκοτάδι να μένει σκοτεινό.
Γιούρι Ολέσα
Τα πρώτα χρόνια της ρωσικής επανάστασης, στο τέλος ενός κόσμου και στην αρχή ενός νέου, δύο αντίθετες δυνάμεις βρίσκονται σε σύγκρουση: από τη μια η θετικότητα της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, όπου τα πλακάκια του πατώματος θα λούζονται στον ήλιο, τα χάλκινα καζάνια θα ακτινοβολούν, τα πιάτα θ’ αστράφτουν λευκά σαν τα κρίνα, το γάλα θα είναι βαρύ σαν τον υδράργυρο κι η σούπα θα αναδίδει μια τέτοια ευωδιά που θα ζηλεύουν τα λουλούδια στα τραπέζια· κι από την άλλη η νοσταλγία, η συνομωσία των χαμένων συναισθημάτων της εποχής που τελειώνει, η τελευταία παρέλαση των πρώην ανθρώπων, οι αναζητητές της ατομικής ευτυχίας, τα παράσιτα και οι κωμικές φιγούρες. Ο Αντρέι Μπάμπιτσεφ, πρότυπο του νέου σοβιετικού τεχνοκράτη, έχει περιμαζέψει στο σπίτι του τον περιθωριακό, ανασφαλή και ευαίσθητο Καβαλέροφ, ο οποίος τον ζηλεύει βαθιά αλλά παράλληλα τον περιφρονεί γιατί έχει χάσει το πάθος και την ποιητική ευαισθησία του παλιού αιώνα. Με απροσδόκητο χιούμορ, αυτοσαρκασμό και οξύτητα, με μια πένα που αστράφτει, ο Γιούρι Ολέσα περιγράφει το τέλος μιας εποχής, μια μεταβατική περίοδο, που χρειάζεται τους δικούς της μύθους και παραμύθια.
Μαρία Φακίνου
Μια γνωριμία σε ένα πάρτι που θα γίνει ένα φλερτ που θα γίνει μια πτώση που θα γίνει μια σχέση που θα γίνει μια εκδρομή που θα γίνει ένα αρχείο που θα γίνει ένα βιβλίο που θα γίνει ένας τρόπος να σκεφτούμε την επιθυμία, την προσέγγιση και την απόσταση, το χωρισμό, την ανάμνηση, την αφήγηση. Αυτή η σημερινή ερωτική ιστορία, που είναι όλες οι σημερινές ερωτικές ιστορίες, αποτυπώνει με πάθος την εσωτερική ζωή της ηρωίδας, διερευνά τις συναισθηματικές αλλά και τις γλωσσικές μετατοπίσεις που συνδέονται με τον έρωτα, και πιέζει την πληγή μέχρι να πονέσει.