Ελίζα Τριανταφύλλου
Ένας κρεοπώλης σε σουπερμάρκετ και ένας εργαζόμενος σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας με χαρτζιλίκι από την ΕΥΠ, επιχειρηματίες από την Ελλάδα, το Ισραήλ και τη Βόρεια Μακεδονία, υψηλόβαθμα στελέχη μυστικών υπηρεσιών, παραστρατιωτικές οργανώσεις από το Σουδάν, στελέχη της ΕΥΠ που εκπαιδεύονται στις νέες τεχνολογίες, έμποροι όπλων που λειτουργούν ως μεσάζοντες για την πώληση κακόβουλων λογισμικών και μικροβιολόγοι που κάνουν ελέγχους για την covid-19. Όλοι αυτοί δεν πρωταγωνιστούν στο αστυνομικό μυθιστόρημα που όλοι θα θέλαμε να διαβάσουμε. Η Ελίζα Τριανταφύλλου διασταυρώνεται μαζί τους κατά τη διάρκεια ενός ρεπορτάζ που, καθώς ξετυλίγεται, μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα τη δομή της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα αλλά και τη δομή του ελληνικού κράτους. Κι αν μόνο η αντίσταση αποκαλύπτει την εξουσία, το ρεπορτάζ της Τριανταφύλλου και των συναδέλφων της αντιστέκεται σε όσα ένα κράτος θέλει να δουλεύει στο σκοτάδι και σε μια δημοσιογραφία που επιτρέπει στο σκοτάδι να μένει σκοτεινό.
Γιούρι Ολέσα
Τα πρώτα χρόνια της ρωσικής επανάστασης, στο τέλος ενός κόσμου και στην αρχή ενός νέου, δύο αντίθετες δυνάμεις βρίσκονται σε σύγκρουση: από τη μια η θετικότητα της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, όπου τα πλακάκια του πατώματος θα λούζονται στον ήλιο, τα χάλκινα καζάνια θα ακτινοβολούν, τα πιάτα θ’ αστράφτουν λευκά σαν τα κρίνα, το γάλα θα είναι βαρύ σαν τον υδράργυρο κι η σούπα θα αναδίδει μια τέτοια ευωδιά που θα ζηλεύουν τα λουλούδια στα τραπέζια· κι από την άλλη η νοσταλγία, η συνομωσία των χαμένων συναισθημάτων της εποχής που τελειώνει, η τελευταία παρέλαση των πρώην ανθρώπων, οι αναζητητές της ατομικής ευτυχίας, τα παράσιτα και οι κωμικές φιγούρες. Ο Αντρέι Μπάμπιτσεφ, πρότυπο του νέου σοβιετικού τεχνοκράτη, έχει περιμαζέψει στο σπίτι του τον περιθωριακό, ανασφαλή και ευαίσθητο Καβαλέροφ, ο οποίος τον ζηλεύει βαθιά αλλά παράλληλα τον περιφρονεί γιατί έχει χάσει το πάθος και την ποιητική ευαισθησία του παλιού αιώνα. Με απροσδόκητο χιούμορ, αυτοσαρκασμό και οξύτητα, με μια πένα που αστράφτει, ο Γιούρι Ολέσα περιγράφει το τέλος μιας εποχής, μια μεταβατική περίοδο, που χρειάζεται τους δικούς της μύθους και παραμύθια.
Μαρία Φακίνου
Μια γνωριμία σε ένα πάρτι που θα γίνει ένα φλερτ που θα γίνει μια πτώση που θα γίνει μια σχέση που θα γίνει μια εκδρομή που θα γίνει ένα αρχείο που θα γίνει ένα βιβλίο που θα γίνει ένας τρόπος να σκεφτούμε την επιθυμία, την προσέγγιση και την απόσταση, το χωρισμό, την ανάμνηση, την αφήγηση. Αυτή η σημερινή ερωτική ιστορία, που είναι όλες οι σημερινές ερωτικές ιστορίες, αποτυπώνει με πάθος την εσωτερική ζωή της ηρωίδας, διερευνά τις συναισθηματικές αλλά και τις γλωσσικές μετατοπίσεις που συνδέονται με τον έρωτα, και πιέζει την πληγή μέχρι να πονέσει.
Γιάννης Καρλόπουλος
καρτ ποστάλ ενός αιώνα: εικόνες και γράμματα μιας πόλης Μια συλλογή καρτ ποστάλ της Θεσσαλονίκης από το 1912 ώς τα τέλη της δεκαετίας του 1980, χωρισμένη σε 4 μέρη, με βάση την τεχνική της εκτύπωσής τους. Ένας φόρος τιμής στους αφανείς εργάτες αυτής της τέχνης που τείνει να εκλείψει και στους επιστολογράφους: Γάλλους στρατιώτες του μακεδονικού μετώπου, Εβραίους της Θεσσαλονίκης, Αθηναίους εκδρομείς, μετανάστες στην Αμερική, τουρίστες, φίλους, συγγενείς. Ο Γιάννης Καρλόπουλος εκθέτει ένα τμήμα του τυπογραφικού του αρχείου, ανασυγκροτώντας μια ιδιαίτερη οπτική ταυτότητα της πόλης και σχολιάζοντας όψεις και εικόνες της ιστορίας της και της ζωής της.
Νικολάι Γκόγκολ
Στο πρώτο πεζογραφικό έργο του Νικολάι Γκόγκολ, στις ιστορίες που συνέλεξε ο μελισσοκόμος Ρούντι Πάνκο, το λαϊκό παραμύθι συναντά την τραγωδία, το χιούμορ συμπορεύεται με τον σκοτεινό θρύλο, το βλάσφημο εμπαίζει το ιερό, η λαϊκή γλώσσα αναμετριέται με την υψηλή λογοτεχνία, η πραγματικότητα μπλέκεται με το φανταστικό και η κωμωδία εναλλάσσεται με τον τρόμο. Ο Γκόγκολ, απεικονίζοντας τον αγροτικό κόσμο των Κοζάκων, φιλοτεχνεί ένα πολυσύνθετο και εικαστικά εκθαμβωτικό σύμπαν, γεμάτο μάγισσες, διαβόλους, φαντάσματα και αλλόκοτους χωρικούς. Με το έργο αυτό ο Γκόγκολ βρίσκει τη μοναδική αφηγηματική φωνή του που άφησε το ανεξίτηλο στίγμα της στη ρωσική λογοτεχνία.
Μουνίρ Ατσέμι
Τέσσερις νεαροί Ισπανοί ξεκινούν ένα καλοκαίρι για τη νότια Γαλλία, προκειμένου να δουλέψουν σεζόν στον τρύγο. Όμως η πραγματικότητα τους επιφυλάσσει κάτι πολύ πιο παράξενο: αντί για τα αμπέλια, βρίσκονται να δουλεύουν σε εκτροφεία πουλερικών και σε γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες, σε ένα σύμπαν που δοκιμάζει τις αντοχές τους, τις μεταξύ τους σχέσεις, την αντίληψή τους για τον κόσμο. Αναδεικνύοντας συνειδητά τις επιρροές του Μπόρχες και του Μπολάνιο, ο Ατσέμι γράφει ένα μυθιστόρημα που διερευνά με χιούμορ τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία, ανάμεσα στην αυτογνωσία και τη φιλία, ανάμεσα στην ταυτότητα και την εργασία, με την πίστη ότι η αφήγηση μιας ιστορίας είναι, στην καλύτερη περίπτωση, εκείνο που κάνουμε ενστικτωδώς όσο καταρρέει ό,τι βρίσκεται γύρω μας. «Η πραγματικότητα δεν έχει την υποχρέωση να είναι ενδιαφέρουσα – ούτε η μνήμη· η λογοτεχνία την έχει. Οι αναμνήσεις μου πιάνουν όλο το χώρο που χρειάζονται οι μυστηριώδεις λεπτομέρειες και η έκπληξη. Θα μπορούσα να τις αναδιατάξω, πράγματι, αλλά αν το έκανα, θα πρόδιδα κατά κάποιο τρόπο την αλήθεια.»
Τάσος Θεοφίλου
Οι φυλακές είναι πάρκινγκ και γυμναστήριο για τους κρατούμενους και τις κρατούμενες, διευθυντήριο και σχολείο για το έγκλημα, ένοχο μυστικό για τη δικαιοσύνη και μαύρο κουτί για την κοινωνία των πολιτών. Το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο από τον Τάσο Θεοφίλου, έναν άνθρωπο που έζησε μέσα στις ελληνικές φυλακές και βγαίνοντας δεν σταμάτησε να τις παρακολουθεί και να γράφει γι’ αυτές. Με άλλα λόγια, έναν άνθρωπο που τις έζησε διπλά, ως φυλακισμένος και ως παρατηρητής της καθημερινότητάς τους, μετατρέποντας την προσωπική του εμπειρία σε γλώσσα ικανή να σταθεί απέναντι στα στερεότυπα που παράγουν οι ειδήσεις, οι επιτροπές και οι σκηνοθέτες. Και είναι μια σύντομη κατάδυση στο τυφλό σημείο του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και των θεσμών του, εκεί όπου τα δικαιώματα ακυρώνονται από την ίδια την εφαρμογή τους.