Νικολάι Γκόγκολ

O Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852) γεννήθηκε στο χωριό Σορότσιντσι, κοντά στην Πολτάβα της Ουκρανίας, που ανήκε στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Η ειρωνική και σατιρική πένα του, η ανάμειξη της κοινωνικής παρατήρησης και του γκροτέσκου στα λογοτεχνικά και τα θεατρικά του έργα, τον καθιέρωσαν ως έναν από τους κορυφαίους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Το 1828 μετακόμισε στην Πετρούπολη, όπου και ξεκίνησε τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία, εκδίδοντας, με ψευδώνυμο και με δικά του έξοδα, ένα μακροσκελές ρομαντικό ποίημα – το έργο χλευάστηκε από την κριτική και ο Γκόγκολ συγκέντρωσε τα αντίτυπα και τα έκαψε. Το 1831-32 κυκλοφόρησαν σε δύο τόμους οι Βραδιές σ’ ένα αγρόκτημα κοντά στην Ντικάνκα, που είχαν μεγάλη επιτυχία, ενώ το 1835 η συλλογή Μίργκοροντ, καθώς και δύο τόμοι δοκιμίων και διηγημάτων με τίτλο Αραβουργήματα. Το 1834 διορίστηκε καθηγητής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Πετρούπολης, αλλά η διδασκαλία του έφερνε τρόμο και παραιτήθηκε την επόμενη χρονιά. Το 1836, το ανέβασμα του Επιθεωρητή του χάρισε την πολυπόθητη λογοτεχνική δόξα. Από το 1836 μέχρι το 1848, ταξίδεψε στην Ευρώπη και έζησε στη Ρώμη. Το 1842 δημοσιεύτηκε το αριστούργημά του Νεκρές ψυχές, ενώ το 1843 οι Ιστορίες της Πετρούπολης, η συλλογή στην οποία περιέχονται τα πιο διάσημα διηγήματά του. Από το 1848, μια πνευματική κρίση τον οδήγησε σε έναν όλο και πιο ασκητικό χριστιανισμό, και το 1852 στην απόφαση να κάψει το δεύτερο μέρος των Νεκρών ψυχών. Πέθανε εννιά ημέρες μετά, σε ηλικία 42 ετών.