Προσφορά!

Το δέντρο έρχεται

του Μουνίρ Ατσέμι

Μετάφραση: Λουίς Εντοάρντο Τόρες, Σωτήρης Παρασχάς

, ,

Ένας αρχαιολόγος ταξιδεύει σε έναν μακρινό πλανήτη για να μελετήσει έναν μυστηριώδη πολιτισμό. Απόγονοι μιας διαστημικής αποστολής που έχει από καιρό ξεχαστεί, οι Μουλάι έχουν χάσει κάθε δεσμό που κάποτε τους συνέδεε με τη Γη. Έπειτα από αιώνες απομόνωσης, η γλώσσα, η γραφή και τα ήθη τους έχουν μετασχηματιστεί σε κάτι σχεδόν αγνώριστο. Καθώς ο αρχαιολόγος καταγράφει τις προσπάθειές του να κατανοήσει τον κόσμο τους, έναν παράδοξο αντικατοπτρισμό του δικού μας, και να αποκρυπτογραφήσει τους μύθους και τις αφηγήσεις τους, παρασύρεται σε έναν κόσμο ρευστών νοημάτων, εικόνων και σωμάτων, που τον γοητεύει όλο και περισσότερο.

Εκκαθάριση

ο συγγραφέας

Ατσέμι Μουνίρ

Ο Munir Hachemi γεννήθηκε στη Μαδρίτη το 1989, σπούδασε ισπανική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας (η διδακτορική του διατριβή μελετά την πρόσληψη του Μπόρχες στη σύγχρονη ισπανική πεζογραφία). Είναι ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής από τα αγγλικά και τα κινεζικά, ενώ έχει εργαστεί ως καθηγητής και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου. Το μυθιστόρημά του Ζωντανά πλάσματα (Cosas vivas, 2018) μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, γνώρισε θερμή υποδοχή και ξεχώρισε για την πρωτοτυπία του ύφους του. Το 2021 το περιοδικό Granta τον συμπεριέλαβε στη λίστα με τους «25 καλύτερους νέους ισπανόφωνους αφηγητές». Το 2022 τιμήθηκε με το βραβείο El Ojo Crítico de Poesía για την ποιητική του συλλογή los restos. Τελευταία του έργα είναι το μυθιστόρημα El árbol viene (2023), η βιογραφική μελέτη Torrente Malvido. Arqueología del fracaso (2023), καθώς και η συλλογή διηγημάτων Lo que falta (2025).

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ

Προσωπικό ημερολόγιο του δόκτορος Κορντοβέρο
159 μ.Χ.

Μέρα 0

Φτάνουμε νύχτα για να μην τους τρομάξουμε. Ένα από τα ρόβερ θα μας πάει από την άκρη της κατοικήσιμης ζώνης στο θόλο, και ένα άλλο θα μεταφέρει τα κιβώτια με τις προμήθειες. Είναι μια προσφορά κι επίσης κάτι πιο στοιχειώδες, μια πρώτη μορφή επικοινωνίας: τους τα φέρνουμε γιατί μας τα ζήτησαν.

Μέρα 1

Οι Μουλάι μας βρήκαν να περιμένουμε στην πύλη του θόλου τα ξημερώματα. Στην αποστολή δόθηκε πολλή προσοχή ώστε τα κοντέινερ –όπως τα αποκαλούν οι Μουλάι– να είναι πανομοιότυπα με εκείνα που τους στέλναμε εκατόν πενήντα χρόνια πριν, κι έτσι πρέπει να τα αναγνώρισαν αμέσως.
Προσπαθώ να κρατήσω έναν σχετικά ψυχρό τόνο σε αυτό το ημερολόγιο, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να γράψω ότι σήμερα ήταν η πιο σημαντική μέρα της ζωής μου.
Όταν πλησίασαν σφίχτηκα, αλλά μας προσπέρασαν και πήγαν στα κοντέινερ. Μας εξέπληξε που θυμούνται πώς ανοίγουν. Δεν έδειξαν ούτε χαρά ούτε ενθουσιασμό. Ακόμα δεν έχω καταφέρει να το καταλάβω. Έπιασαν δουλειά σιωπηλά. Ένιωσα ότι είχα μπροστά μου τους ίδιους Μουλάι που ζούσαν εκατόν πενήντα χρόνια πριν. Δεν είναι αλήθεια, εννοείται: οι αναφορές των βιο­λόγων, των γιατρών και η ίδια η κοινή λογική αποκλείουν αυτή την πιθανότητα. Πιστεύω μάλλον ότι, δεν ξέρω πώς, η κοινοτική διάσταση είναι τόσο ισχυρή μέσα τους ώστε κατά κάποιον τρόπο όλοι τους αποτελούν ένα αιώνιο άτομο· επιπλέον, αυτό το άτομο θα περιλάμβανε κι εμάς. Για να το πω αλλιώς, διαισθάνομαι ότι για τους Μουλάι κάθε ανάμνηση, κάθε απόφαση, ακόμα και η παραμικρή πράξη είναι συλλογική. Πιστεύω ότι πίσω από αυτή την ιδέα κρύβεται μια αλήθεια που ακόμα δεν μπορώ να βρω το θάρρος να εκφράσω.
Όσον αφορά την αντίδρασή τους στην παρουσία μας… δεν αντέδρασαν καθόλου. Εμείς είμαστε Ντογκ, ο θεός τους, οι θεοί τους, αλλά ας φανταστούμε τι θα απαιτούσαν οι πιστοί του κόσμου μας από την ενσάρκω­ση ενός θεού, ποια υλική μορφή θα ήταν επαρκής για να εμπεριέχει τη λέξη θεός. Σε αυτό το σημείο συνειδητοποίησα πόσο αφελείς ήμασταν· η ιδέα ότι ο Ντογκ δεν είναι απλώς κάτι συγκεκριμένο, αλλά επιπλέον κάτι τόσο παρόμοιο με τους ίδιους, είναι γελοία. Από την άλ­­­­λη, δεν διακινδυνέψαμε να μιλήσουμε, και η σιωπή είναι χαρακτηριστικό περισσότερο των πιστών παρά των θεών τους. Εντέλει, πήρα το λόγο για να ζητή­σω από τα παιδιά να βγάλουν τα ρούχα τους κι έκανα κι εγώ το ίδιο. «Ακόμα και τα εσώρουχα;» ρώτησε ο ­Ντά­­­­­­αν, ο μετεωρολόγος της ομάδας, που πρόσεξε ότι κα­­­­­­­­νένας αρσενικός Μουλάι δεν δείχνει το πέος του. «Όχι», απάντησα. Η γυμνότητα υπήρξε αφορμή για την πρώτη μας διάδραση με την κοινότητα· μια μικρή ομά­­­δα μάς πλησίασε για να μας δώσει μερικά περιζώματα όπως εκείνα που φοράνε οι ίδιοι. Ένα κοριτσάκι γέλασε μαζί μας. Θέλω να πω: γελάνε.
Θα ήταν γύρω στις εννιά το πρωί. Ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά, αλλά έξω από το θόλο έκανε κρύο. Έψαξα με το βλέμμα μου κάτι, ένα σύμβολο, ένα δαχτυλίδι, ένα τατουάζ ή μια ζωγραφιά στο σώμα που θα μου υποδείκνυε ποιος Μουλάι είναι ο αρχηγός τους. Τότε, στραβολαιμιάζοντας και ανοιγοκλείνοντας τα μάτια μπροστά σε εκείνο το πλήθος, πρόσεξα ότι είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τον έναν από τον άλλο. Παρότι είναι διαφορετικοί, είναι ταυτόχρονα περιέργως ίδιοι. Προσπάθησα να τους μετρήσω, αλλά κάθε φορά έχανα το μέτρημα και στο τέλος εγκατέλειψα την προσπάθεια. Σε μερικούς πολιτισμούς ο αρχηγός εμφανίζεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, και σε άλλες δεν εμφανίζε­ται ποτέ, πράγμα που σημαίνει ότι είναι πιθανό να μην υπάρχει κανένας αρχηγός, να τους κυβερνά το κενό. Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ίσως αυτό να συμ­­­βαίνει στην περίπτωση των Μουλάι. Κα­­­θώς ήταν αδύνατον να το ξέρω με σιγουριά, ψέλλισα το καλωσό­­ρισμα που μας ετοίμασαν οι γλωσσολόγοι, αλλά εκείνοι συνέχισαν να μας προσπερνάνε, κουβαλώ­­ντας σαν μυρμήγκια προμήθειες χωρίς να δείχνουν ότι με άκουσαν. Πλησίασα έναν από αυτούς και έδειξα τον εαυ­­­τό μου κι έπειτα το θόλο· εκείνος με κοίταξε με βαθιά απορία.
Μια ώρα αργότερα, είχαμε κοκαλώσει από το κρύο. Δεν είχε μείνει ούτε ένας Μουλάι έξω από το θόλο. Κοιταχτήκαμε μπερδεμένοι, αλλά κανείς δεν είπε τίποτα. Δεν περιμέναμε κάτι τέτοιο. Η Λη, η βιολόγος, φάνηκε λι­­­γότερο θορυβημένη ή λιγότερο αμήχανη από τους υπόλοιπους και τελικά πρότεινε: «Μήπως απλώς να μπού­­­με μέσα;» Νιώθαμε ακόμα έκπληξη αλλά το κρύο και ο φόβος δεν είναι λιγότερο πειστικά, κι έτσι ψηφίσα­με και αποφασίσαμε να μπούμε. Όταν διασχίσαμε το κα­­­τώφλι, κανείς δεν μας έδωσε σημασία. Πιστεύω ότι οι Μουλάι δεν έχουν ιδέα τι σημαίνει δίνω άδεια.
Παρότι ο θόλος είναι ημιδιάφανος, μόνο από μέσα μπορέσαμε να εκτιμήσουμε το μέρος. Είδα με έκπληξη μερικά σπιτάκια κατασκευασμένα από συντρίμμια και παλιοσίδερα, και κάτι σαν μεγάλη κεντρική πλατεία, όπου υπάρχει ένα τεράστιο γραφείο γεμάτο με χει­­­ρό­­­γρα­­­φα. Επιπλέον, υπάρχει κάτι σαν σκοινί από το οποίο κρέμονται, σαν να ήταν για να τα στεγνώσουν, να τα επιδείξουν ή να τα αερίσουν, πολλά από αυτά τα χαρτιά, κι επιπλέον διάφορα μουντζουρωμένα σεντόνια. Πρόσεξα επίσης ότι όλες οι προμήθειες είχαν ήδη τοποθετηθεί σύμφωνα με ταξινομικά κριτήρια που δεν αναγνωρίζω, και είχαν ενσωματωθεί στο φυσιολογικό τους διατροφικό κύκλωμα.
Δεν κάναμε τίποτα άλλο. Για να είμαστε σίγουροι, δεν φάγαμε τίποτα. Μέσα στο θόλο δεν χρειάζονται ρούχα: η θερμοκρασία είναι ευχάριστη.

Μέρα 4

Σήμερα πρόσεξα ότι οι Μουλάι κρέμασαν τα ρούχα μας στο λεγκετόριο. Έχω βαφτίσει έτσι το σκοινί, γιατί το τρα­­­πέζι όπου γράφουν ή ζωγραφίζουν το λένε σκριπτόριο (αν και το προφέρουν διαφορετικά). Χρησιμοποιούν τα ρούχα μας για να φτιάξουν σακιά· έκοψαν μερικά κομμάτια για να μπαλώσουν κάτι στολές που δεν ξέρω σε τι χρησιμεύουν.
Προχθές, ο Άκο παραβίασε την οδηγία μου να μη φάει κανείς. Εκνευρίστηκα αλλά είναι αλήθεια ότι το σχέδιό μου να περιμένουμε να φάμε μέχρι να βρούμε τον αρχηγό ή μέχρι να καταλάβουμε την ιεραρχία αυτού του λαού ήταν προβληματικό. Η αντίδραση των Μουλάι όταν ο Άκο έφαγε μια μπουκιά από τα αποξηραμένα λαχανικά του ήταν, και πάλι, μηδενική.
Γενικά, είναι σαν να μην ήμασταν εδώ. Αλλά αν σήμερα γράφω σε αυτό το ημερολόγιο και όχι στο ημερο­λόγιο της αποστολής, είναι γιατί ο Άκο και η Νίκο πρω­­­ταγωνίστησαν σε ένα μικρό σκάνδαλο. Μια ομά­­­δα Μουλάι τους έπιασε να κάνουν σεξ πίσω από ένα από τα χαμόσπιτα και τους χώρισαν σπρώχνοντάς τους με κάτι τελετουργικά ραβδιά. Δεν τους τραυμάτισαν. Προσποιήθηκα ότι θύμωσα και είπα στη Νίκο και τον Άκο ότι θα μπορούσαν να έχουν καταστρέψει την αποστολή και ότι θα συμπεριλάβω το επεισόδιο στην αναφορά μου. Κανένα από τα δύο δεν είναι αλήθεια· στην πραγματικότητα, μου προσέφεραν πολύτιμες πλη­­­ρο­­­φορίες για τους Μουλάι, που δεν τους είχα για τόσο πουριτανούς.
Δεν υπήρξαν αντίποινα για την ομάδα μας. Συνεχίζω να μην έχω βρει τον αρχηγό.

Μέρα 5 (μεσημέρι)

Πράγματι, εδώ κανείς δεν ζητάει άδεια.
Μέχρι σήμερα δεν είχα τολμήσει να χέσω, λέξη που είναι η πιο ακριβής απόδοση, αν δεν κάνω λάθος, του αντίστοιχου ρήματος στη γλώσσα των Μουλάι. Για ακόμα μια φορά, η πρώτη ήταν η Λη, που έχεσε τη δεύ­­­τερη μέρα. Όσο για μένα, κρατιόμουνα, αλλά σήμε­­ρα δεν άντεχα άλλο, κι έτσι ανέβηκα σε ένα από τα ­πο­­­λύ ψηλά διάφανα αποχωρητήρια. Είναι κάτι κτίσματα πε­­­ρί­­­­που τρία μέτρα ψηλά, στα οποία ανεβαίνεις από κάτι σκαλίτσες. Ανακατεύομαι μόνο που σκέφτομαι τον κό­­­σμο που έχω δει από κάτω να χέζει, κι ακόμα πε­­­ρισ­­­σό­­­τε­­­ρο όταν σκέφτομαι τους άλλους που είδαν εμέ­­­να. Το σκατό και το κάτουρο –και πάλι, λέξεις που χρη­­­σιμοποιούν οι Μουλάι– κυλάνε στις διάφανες κο­­­λό­­­νες που στηρίζουν τις λεκάνες. Όταν κατέβηκα, η Νίκο με ρώ­­­τησε, λίγο σαρκαστικά, κάτι σαν «Λοιπόν, δό­­­κτωρ, ανακουφιστήκαμε;» κι εγώ απάντησα ότι μόνο εδώ όταν χέζουμε υψωνόμαστε πάνω από τους άλλους. Το πήρε για αστείο και της άρεσε τόσο πολύ που πέρασε όλο το υπόλοιπο πρωί επαναλαμβάνοντάς το στους άλ­­­λους. Εγώ κράτησα τη σοβαρότητά μου γιατί αυτό πε­­­ριμένουν από μένα, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι αυτό το ασήμαντο επεισόδιο με έκανε να νιώσω ότι δεν ήμουν μόνος. Μερικές φορές, το να γελάει κανείς είναι σαν να γυρίζει σπίτι. Έπειτα, άρχισα να σκέφτομαι πόσο καιρό πρόκειται να περάσω εδώ.

Μέρα 5 (νύχτα)

Πριν από λίγο έκανα βόλτα στο θόλο και είδα δυο γυναίκες και έναν άντρα να κάνουν σεξ στην πλατεία, σε κοινή θέα. Μάλιστα, έκαναν άγριο σεξ, με πρωκτική διείσδυση, αιδοιολειχία και άλλες πράξεις που προτιμώ να μην αναφέρω. Γιατί χώρισαν τη Νίκο και τον Άκο; Τους αηδιάζει το σεξ των ξένων; Ή υπάρχει κάτι άλλο που μου διαφεύγει;


Μέρα 7

Ακολουθώντας το πρωτόκολλο της αποστολής, οι άλλοι έφυγαν. Δεν ξέρω για ποιον γράφω αυτό το ημερολόγιο. Αυτές δεν είναι οι σημειώσεις μου για την αναφορά, τις οποίες καταγράφω στο ημερολόγιο της αποστολής. Το γράφω όμως σαν να επρόκειτο κάποιος να το διαβάσει. Ίσως με τον καιρό να ανακαλύψω γιατί το κάνω. Ή ίσως να πάψω να το γράφω.
Σήμερα άκουσα, καθώς περνούσα δίπλα τους, μια συ­­­ζήτηση μεταξύ τριών Μουλάι. Δεν ξέρω ποιοι ήταν: οι προσπάθειές μου να ξεχωρίσω τον έναν από τον άλλο παραμένουν ανεπιτυχείς. Το αυτί μου έπιασε μια λέξη που ακουγόταν σε μια από τις παραλλαγές του μη­­­­νύ­­­μα­­τος που μας έφερε εδώ: φάιντα. Πρέπει να μάθω πε­­­­ρισσότερα.
Μέρα 9

Περνάω τις μέρες μου περιφερόμενος στο θόλο. Προσπάθησα πολλές φορές να επικοινωνήσω με το κορίτσι που μας κορόιδεψε όταν φτάσαμε. Επίσης αφιερώνω πολύ χρόνο στο σκριπτόριο. Πότε πότε, ένας Μουλάι κά­­­­­­­­θεται και ζωγραφίζει κάτι, αλλά δεν ξέρω αν αυτά τα σχέδια αποτελούν μέρος μιας γλώσσας. Μου αρέσει να τα κοιτάζω, μου αρέσει η φροντίδα με την οποία τα κά­­­νουν. Μερικές φορές έρχεται κάποιος και δεν ζωγραφίζει τίποτα: τακτοποιεί μερικά χαρτιά ή κρεμάει μια σύνθεση στο λεγκετόριο ή σκίζει κάτι που είναι ήδη γραμμέ­­­νο. Άλλες φορές προσθέτουν γλύφους –άρχισα να αποκαλώ έτσι τις ελάχιστες μονάδες που πιστεύω ότι διακρίνω στη γραφή τους– στις συνθέσεις άλλων. Κάποιες φορές γελάνε όσο το κάνουν ή μένουν άναυδοι. Στο άλλο ημερολόγιο τα περιγράφω όλα αυτά με λεπτομέρειες αλλά είναι δύσκολο γιατί ακόμα δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω τον έναν από τον άλλο.

Μέρα 10

Οι Μουλάι έχουν ονόματα. Το κορίτσι, λόγου χάρη, λέγεται Ίντρι ή Ιντ Ρι. Το λέω γιατί έκανα λίγη πρόοδο στο ζήτημα της επικοινωνίας. Η εκμάθηση των μουλάι διαφέρει από εκείνη οποιασδήποτε άλλης γλώσσας που ξέρω. Πριν έρθω, απομνημόνευσα το μήνυμα της εκπομπής, ξόδεψα κάμποσες ώρες αποκωδικοποιώντας φωνήματα, διαβάζοντας αναφορές γλωσσολόγων, επινοώντας συστήματα μεταγραφής. Τα μουλάι μοιάζουν με τις δικές μας γλώσσες, αλλά είναι σαν να τις έχουν διαλύσει και να τις έχουν επανασυναρμολογήσει σύμφωνα με δομές τόσο φυσικές όσο και απολύτως απροσδόκητες. Γι’ αυτό, το να μαθαίνεις μουλάι σημαίνει να ξεχνάς· δεν είναι μια διαδικασία πρόσθεσης αλλά αφαίρε­σης. Είναι σαν, αντί να γράφω σ’ αυτή τη σελίδα, να έπαιρνα ένα μαύρο χαρτί και να ξεκινούσα να ζωγρα­­­φίζω το λευκό διάστημα γύρω από τα γράμματα.
Νιώθω ότι, αν άλλαζα απλώς μερικές ­λεπτομέρειες της γλώσσας μου, θα την καταλάβαιναν. Θέλω να πω ότι μια γλώσσα είναι κάτι παραπάνω από μια δομή ήχων: περιέχει πολλή σιωπή, πολλές χειρονομίες. Δεν τους έχω δει σχεδόν ποτέ να ανταλλάσσουν μια κουβέ­­ντα για να οργανώσουν, λόγου χάρη, τις δουλειές που κά­­­­­­νουν. Ωστόσο, αριστεύουν στην τέχνη του να μιλάνε για να μιλάνε. Αν η Ίντρι με ρωτούσε από πού έρχομαι, πιστεύω ότι θα την καταλάβαινα και θα μπορούσα ακόμα και να δοκιμάσω να απαντήσω. Αλλά σχεδόν ποτέ δεν μου κάνει ερωτήσεις ούτε αναγνωρίζει τις δικές μου· αντίθετα με προσκαλεί να παίξουμε φωνητικά παιχνί­δια στα οποία είμαι ακόμα πολύ αδέξιος. Πριν από λίγο, για παράδειγμα, αντιλήφθηκα ότι ήθελε να παίξουμε αλυσίδα λέξεων, και, όταν είδε ότι πάνω κάτω την καταλάβαινα, άρχισε να προσθέτει μερικές χειρονομίες που δεν ξέρω τι σημαίνουν. Λίγο αργότερα βαρέθηκε την ανικανότητά μου και πήγε σε μια παρέα τεσσάρων ενη­­­λίκων που έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι.

Μέρα 11

Προσπαθώ να συμμετέχω στις κοινοτικές δουλειές. Πιστεύω ότι τους Μουλάι δεν τους νοιάζει αν το κάνω ή όχι. Όταν τους ζητάω να μου δείξουν πώς κάνουν συ­­­­γκεκριμένα πράγματα, με αγνοούν, κι έτσι περιορίζο­μαι στις πιο απλές δουλειές, όπως να μαζεύω κάτι που έπε­­­σε, να βοηθάω όσους δεν μπορούν να ανέβουν στις χέ­­­στρες ή να περνάω την ώρα μου κρατώντας τα πιο μι­­­κρά παιδιά. Συνειδητοποιώ ότι έχω πια συνηθίσει τη γύμνια των άλλων.
Όσο καιρό είμαι εδώ, δεν έχω παρατηρήσει να έχουν ωράριο εργασίας. Ο καθένας δουλεύει όταν θέλει και σε ό,τι θέλει, αν και δεν μου φαίνεται ότι το θέλω είναι το κατάλληλο ρήμα. Πολλές φορές συμπεριφέρονται σαν να τους χτύπησε το ρεύμα. Πριν από λίγο είδα έναν Μουλάι που ήταν αραχτός εδώ και ώρες να πετάγεται όρθιος, να χειρίζεται τις αγροτικές μονάδες για λίγα λεπτά και να πηγαίνει πάλι να ξαπλώσει. Ίσως το σωστό ρήμα να είναι γουστάρω, ίσως έχουν τροποποιήσει το δικό μας σύνθημα και ακολουθούν τον εξής κανόνα: «φέρε ό,τι γουστάρεις, πάρε ό,τι γουστάρεις».4

Μέρα 12

Χθες το βράδυ, όταν είχα τελειώσει με την επιμέλεια των σημειώσεών μου για την αναφορά, συνέβη κάτι. Θα ήταν γύρω στη μία το βράδυ· είχα μόλις σηκωθεί από το σκριπτόριο όταν με πλησίασε ένας Μουλάι, ένας άντρας, κι άρχισε να αγγίζει τους ώμους και το πρόσωπό μου. Τον μιμήθηκα γιατί νόμισα ότι ήταν ένα είδος χαιρετισμού, αλλά γρήγορα έγινε ξεκάθαρο ότι τα χάδια του είχαν σεξουαλική πρόθεση. Πάγωσα. Δεν ήθε­­­λα να κοιμηθώ μαζί του, αλλά δεν ήθελα ούτε και να τον απορρίψω, από φόβο μην παραβώ κάποιον κανό­να που αγνοούσα. Με φίλησε κι ακολούθησα το παράδειγμά του μηχανικά. Έπειτα με πήρε από το χέρι και περπατήσαμε προς μια από τις κατοικίες. Όταν άνοιξε την πόρτα, κατάφερα να ψελλίσω τη λέξη όχι, τον κοίτα­ξα κατάματα και ζωγράφισα στον αέρα ένα σύμβολο που τους έχω δει να κάνουν όταν λένε όχι. Ευτυχώς, με άφη­­­σε αμέσως στην ησυχία μου. Τον είδα να απομακρύνεται και να πλησιάζει έναν άλλο ή μια άλλη Μουλάι. Άρχισαν να φιλιούνται και να κυλιούνται στη μέση της πλατείας, πάνω σε μια ψάθα. Τους γύρισα την πλάτη. Ένιωσα βρώμικος, αντικαταστάσιμος.
Όλη μέρα σήμερα δεν έπαψα στιγμή να σκέφτομαι τα χθεσινά συμβάντα· κι όχι μόνο γιατί φανερώνουν κάτι για τους Μουλάι: αλλά και γιατί φανερώνουν κάτι και για μένα.