| ISBN | 978-618-5926-15-1 |
|---|---|
| Σελίδες | 376 |
| Σχήμα | 12 × 2.35 × 20 cm |
| Τιμή | Original price was: €17.70.€15.93Η τρέχουσα τιμή είναι: €15.93. |
| Κυκλοφορία | Δεκέμβριος 2025 |
| Έκδοση | 1η |
| Επιμέλεια | Κώστας Σπαθαράκης, Εύα Πλιάκου |
| Σχεδιασμός εξωφύλλου | thinking |
| Επίμετρο | Νιόβη Ζαμπούκα |
Βραδιές
του Νικολάι Γκόγκολ
Μετάφραση: Νιόβη Ζαμπούκα
discount10percent, ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, ΚΛΑΣΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΡΩΣΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΒΡΑΔΙΕΣ Σ’ ΕΝΑ ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΝΤΙΚΑΝΚΑ
Στο πρώτο πεζογραφικό έργο του Νικολάι Γκόγκολ, στις ιστορίες που συνέλεξε ο μελισσοκόμος Ρούντι Πάνκο, το λαϊκό παραμύθι συναντά την τραγωδία, το χιούμορ συμπορεύεται με τον σκοτεινό θρύλο, το βλάσφημο εμπαίζει το ιερό, η λαϊκή γλώσσα αναμετριέται με την υψηλή λογοτεχνία, η πραγματικότητα μπλέκεται με το φανταστικό και η κωμωδία εναλλάσσεται με τον τρόμο. Ο Γκόγκολ, απεικονίζοντας τον αγροτικό κόσμο των Κοζάκων, φιλοτεχνεί ένα πολυσύνθετο και εικαστικά εκθαμβωτικό σύμπαν, γεμάτο μάγισσες, διαβόλους, φαντάσματα και αλλόκοτους χωρικούς. Με το έργο αυτό ο Γκόγκολ βρίσκει τη μοναδική αφηγηματική φωνή του που άφησε το ανεξίτηλο στίγμα της στη ρωσική λογοτεχνία.
«Είναι απόλαυση να κοιτάζεις από τη μέση του Δνείπερου τα ψηλά βουνά, τα πλατιά λιβάδια, τα πράσινα δάση! Αυτά τα βουνά δεν είναι βουνά: δεν έχουν πρόποδες, έχουν και κάτω και πάνω μια αιχμηρή κορφή, και κάτω και πάνω τους τον ψηλό ουρανό. Τα δάση αυτά που στέκονται πάνω στους λόφους δεν είναι δάση: είναι μαλλιά που φύτρωσαν πάνω στο δασύτριχο κεφάλι του γέροντα του δάσους. Από κάτω, στο νερό, πλένεται η γενειάδα του, και κάτω απ’ τη γενειάδα του και πάνω απ’ τα μαλλιά του έχει τον ψηλό ουρανό. Αυτά τα λιβάδια δεν είναι λιβάδια: είναι ένα πράσινο ζωνάρι, τυλιγμένο γύρω απ’ τη μέση του στρογγυλού ουρανού και στο πάνω μισό και στο κάτω μισό βγαίνει βόλτα το φεγγάρι.»
Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
[…] Ας δούμε τώρα τι κάνει η όμορφη κόρη, αφού έμεινε μόνη της. Η Οξάνα δεν είχε κλείσει ακόμη ούτε τα δεκαεφτά, τη στιγμή που σ’ ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο, τόσο στην άλλη πλευρά της Ντικάνκας όσο και στην αποδώ πλευρά της Ντικάνκας, όλοι μόνο για εκείνη μιλούσαν. Τα παλικάρια είχαν διακηρύξει ομόφωνα ότι καλύτερη κοπέλα ούτε υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ στο χωριό. Η Οξάνα ήξερε και άκουγε όλα όσα λέγανε γι’ αυτήν και ήταν ιδιότροπη, όπως κάθε καλλονή. Αν δεν κυκλοφορούσε με πλάχτα και ζαπάσκα, αλλά με κάποιο φόρεμα, θα είχε τρέψει σε φυγή όλα τ’ άλλα κορίτσια. Πλήθος παλικάρια την κυνηγούσαν, αλλά χάνοντας την υπομονή τους την παρατούσαν σιγά σιγά και στρέφονταν σε άλλες, λιγότερο καλομαθημένες. Μόνο ο σιδεράς ήταν πεισματάρης και δεν εγκατέλειπε την ερωτοτροπία του, παρά το γεγονός πως δεν είχε καλύτερη μεταχείριση από τους άλλους. Όταν έφυγε ο πατέρας της, εκείνη στολιζόταν για πολλή ώρα ακόμα και καμάρωνε μπροστά στον μικρό καθρέφτη με το καλαγένιο πλαίσιο και δεν χόρταινε τον εαυτό της. «Τι τους ήρθε των ανθρώπων να διαδώσουν ότι είμαι όμορφη;» έλεγε, δήθεν αφηρημένα, μόνο και μόνο για να φλυαρήσει λίγο με τον εαυτό της. «Ψέματα λένε, δεν είμαι καθόλου όμορφη». Αλλά το ολόφρεσκο, γεμάτο παιδική νιότη πρόσωπο που άστραψε στον καθρέφτη, με τα λαμπερά μαύρα μάτια και το απερίγραπτα ευχάριστο χαμόγελο που έκαιγε την ψυχή, απέδειξε ξαφνικά το αντίθετο. «Είναι άραγε τα μαύρα φρύδια και τα μάτια μου», συνέχιζε η καλλονή χωρίς ν’ αφήνει τον καθρέφτη, «τόσο όμορφα που όμοιά τους δεν υπάρχουν στον κόσμο; Τι ωραίο έχει αυτή η ανασηκωμένη μύτη; Τα μάγουλα; Τα χείλια; Και είναι ωραίες οι μαύρες μου πλεξούδες; Πω πω! Μπορούν να σε τρομάξουν τη νύχτα: είναι σαν δυο μακριά φίδια που τυλίχτηκαν και κουλουριάστηκαν γύρω απ’ το κεφάλι μου. Το βλέπω τώρα πως δεν είμαι καθόλου όμορφη!» και, απομακρύνοντας λίγο τον καθρέφτη, τσίριξε: «Όχι, είμαι όμορφη! Αχ, τι όμορφη! Θαύμα! Πόση χαρά θα φέρω σ’ αυτόν που θα με παντρευτεί! Πόσο θα με θαυμάζει ο άντρας μου! Θα ξεχάσει και πώς τον λένε. Θα με φιλήσει μέχρι θανάτου!»
«Υπέροχο κορίτσι!» ψιθύρισε ο σιδεράς που μπήκε αθόρυβα, «και καθόλου καυχησιάρα! Μια ώρα κοιτάζεται στον καθρέφτη και δεν χορταίνει να παινεύει τον εαυτό της φωναχτά!»
«Τι λέτε, παλικάρια, σας κάνω; Για κοιτάξτε με», συνέχιζε η όμορφη κοκέτα, «με τι χάρη περπατάω. Το πουκάμισό μου είναι ραμμένο με κόκκινο μετάξι. Και τι κορδέλες που έχω στα μαλλιά! Δεν θα δείτε ποτέ πιο πλούσιο γαϊτάνι! Όλα αυτά μου τ’ αγόρασε ο πατέρας μου για να με παντρευτεί ο καλύτερος λεβέντης του κόσμου!» και χαμογελώντας γύρισε και είδε τον σιδερά…
Τσίριξε και στάθηκε σοβαρή μπροστά του.
Ο σιδεράς κρέμασε τα χέρια.
Δύσκολο να περιγράψει κανείς την έκφραση που είχε το μελαχρινό πρόσωπο της υπέροχης κοπέλας: και αυστηρότητα διαφαινόταν, και μέσα απ’ την αυστηρότητα κάποιος εμπαιγμός για τον σαστισμένο σιδερά, και μια σχεδόν ανεπαίσθητη χροιά ενόχλησης απλωνόταν στο πρόσωπό της· κι όλα αυτά ήταν τόσο μπερδεμένα και τόσο αφάνταστα όμορφα, που το να τη φιλήσεις ένα εκατομμύριο φορές – ήταν το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσες να κάνεις εκείνη τη στιγμή.
«Γιατί ήρθες εδώ;» άρχισε να λέει η Οξάνα. «Θέλεις μήπως να σε πετάξω έξω απ’ την πόρτα με το φτυάρι; Είστε όλοι μάστορες στο να μας έρχεστε. Αμέσως το μυρίζεστε πότε λείπουν οι πατεράδες. Ω, σας ξέρω! Λοιπόν, είναι έτοιμο το σεντούκι μου;»
«Θα είναι έτοιμο, καρδούλα μου, μετά τη γιορτή θα είναι έτοιμο. Αν ήξερες πόσο παιδεύτηκα μαζί του: δυο νύχτες δεν βγήκα από το σιδεράδικο· αλλά ούτε παπαδοκόρη δεν θα έχει τέτοιο σεντούκι. Έβαλα τέτοιο σίδερο στο δέσιμο που ούτε στη σούστα του σότνικ δεν είχα βάλει όταν πήγα να δουλέψω στην Πολτάβα. Και πώς θα είναι ζωγραφισμένο! Κι όλα τα περίχωρα να γυρίσεις με τ’ άσπρα ποδαράκια σου, τέτοιο δεν θα βρεις! Απέξω θα ’ναι όλο σπαρμένο με κόκκινα και μπλε λουλούδια. Θα λαμποκοπάει σαν φωτιά. Μη μου θυμώνεις! Άσε με λίγο να σου μιλήσω, λίγο να σε κοιτάξω!»
«Ποιος σου το απαγορεύει, μίλα και κοίτα!» Κάθισε τότε στο παγκάκι και κοίταξε πάλι στον καθρέφτη κι άρχισε να διορθώνει στο κεφάλι τις πλεξούδες της. Κοίταξε το λαιμό της, το καινούργιο πουκάμισο που ήταν ραμμένο με μετάξι, και μια αμυδρή αίσθηση αυταρέσκειας εμφανίστηκε στα χείλη, στα φρέσκα της μάγουλα κι έλαμψε στα μάτια της.
«Άσε με κι εμένα να καθίσω δίπλα σου!» είπε ο σιδεράς.
«Κάθισε», είπε η Οξάνα, με την ίδια αίσθηση στα ευχαριστημένα μάτια και στα χείλη της.
«Υπέροχη, λατρεμένη Οξάνα, άσε με να σε φιλήσω!» είπε ενθαρρυμένος ο σιδεράς και την έσφιξε πάνω του, ελπίζοντας να κλέψει ένα φιλί· αλλά η Οξάνα απέστρεψε τα μάγουλά της, που βρίσκονταν κιόλας σε ελάχιστη απόσταση από τα χείλη του σιδερά, και τον έσπρωξε μακριά. «Τι άλλο θέλεις; Του δίνεις μέλι και σου ζητάει και κουτάλι! Φύγε, τα χέρια σου είναι πιο σκληρά κι από σίδερο. Και μυρίζεις κάπνα. Νομίζω πως με γέμισες ολόκληρη καπνιά». Σήκωσε τότε τον καθρέφτη κι άρχισε και πάλι να φτιάχνεται μπροστά του.
«Δεν μ’ αγαπάει!» σκέφτηκε, κρεμώντας το κεφάλι, ο σιδεράς. «Για κείνη όλα είναι παιχνίδια· κι εγώ στέκομαι μπροστά της σαν βλάκας και δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Και θα στεκόμουν μπροστά της για πάντα και δεν θα μπορούσα να πάρω ποτέ τα μάτια μου από πάνω της! Τι υπέροχο κορίτσι! Και τι δεν θα ’δινα να μάθω τι έχει στην καρδιά της, ποιον αγαπά. Αλλά όχι, αυτή δεν έχει ανάγκη κανέναν. Αυτή θαυμάζει τον εαυτό της· βασανίζει εμένα τον άμοιρο· κι εγώ μες στη θλίψη μου δεν βλέπω φως· την αγαπώ τόσο όσο κανείς στον κόσμο δεν αγάπησε και ποτέ δεν θ’ αγαπήσει».




