| ISBN | 978-618-5926-14-4 |
|---|---|
| Σελίδες | 240 |
| Σχήμα | 12 × 1.5 × 20 cm |
| Τιμή | Original price was: €15.50.€13.95Η τρέχουσα τιμή είναι: €13.95. |
| Κυκλοφορία | Δεκέμβριος 2025 |
| Έκδοση | 1η |
| Επιμέλεια | Κώστας Σπαθαράκης, Εύα Πλιάκου |
| Σχεδιασμός εξωφύλλου | thinking |
Κοντά στην άγρια καρδιά
της Κλαρίσε Λισπέκτορ
Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα, Αλέξανδρος Παπαδήμας Λέιτε
discount10percent, ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΞΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΗ Ζοάνα από την παιδική της ηλικία προσπαθεί να κατανοήσει τον εαυτό της και τον κόσμο γύρω της, έναν κόσμο όπου οι γονείς της δεν ζουν πια, συνειδητοποιώντας ότι δεν είναι αρκετά έξυπνη ώστε να μην καταλαβαίνει τη ζωή. Πειραματίζεται με τη γλώσσα, τις αισθήσεις, το σώμα καθώς μεγαλώνει, επιχειρεί να συνδεθεί με τους ανθρώπους γύρω της, με τον δάσκαλό της, αργότερα με τον άντρα της, ακόμη και με τη γυναίκα με την οποία την απατάει. Η Λισπέκτορ με αυτόν τον μοναδικό χαρακτήρα, που μοιάζει σαν να περικλείει όλες τις γυναίκες, επινοεί μια καινούργια, βαθιά μαγευτική αλλά απόλυτα ισορροπημένη γλώσσα για να μιλάει κανείς για τον εαυτό. Το πρώτο αυτό βιβλίο της Κλαρίσε Λισπέκτορ, που εκδόθηκε όταν εκείνη ήταν μόλις είκοσι τριών χρονών, θεωρείται μέχρι και σήμερα ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί ποτέ στην πορτογαλική γλώσσα.
* Το βιβλίο θα αρχίσει να παραδίδεται την Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου.
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ME TH ΦΩΝΗ
KAI Η ΖΟΑΝΑ
Η Ζοάνα την κοίταξε πιο προσεχτικά μόνο όταν άκουσε τη φωνή της. Ο τόνος, βαρύς και καμπύλος, χωρίς δονήσεις, την ξύπνησε. Κοίταξε τη γυναίκα με περιέργεια. Πρέπει να είχε ζήσει κάτι που η Ζοάνα ακόμα δεν γνώριζε. Δεν καταλάβαινε αυτή τη χροιά, τόσο μακριά από τη ζωή, τόσο μακριά από τις μέρες…
Η Ζοάνα θυμήθηκε πως μια φορά, λίγους μήνες αφότου είχε παντρευτεί, απευθύνθηκε στον άντρα της ρωτώντας τον κάτι. Βρίσκονταν στο δρόμο. Και πριν καν τελειώσει την πρόταση, προς έκπληξη του Οτάβιο, είχε σταματήσει – με ζαρωμένο το μέτωπο και το βλέμμα εύθυμο. Α –είχε ανακαλύψει– αναπαρήγαγε λοιπόν μια από αυτές τις φωνές που είχε ακούσει τόσες φορές ανύπαντρη, πάντα κάπως αμήχανη. Τη φωνή μιας νέας γυναίκας μαζί με τον άντρα της. Όπως ακούστηκε κι η δική της εκείνη τη στιγμή προς τον Οτάβιο: οξεία, κενή, με ένα πέταγμα προς τα πάνω, με ίσες και καθαρές νότες. Κάτι ανολοκλήρωτο, εκστατικό, λίγο χορτασμένο. Που προσπαθούσε να φωνάξει… Φωτεινές μέρες, διαυγείς και στεγνές, φωνή και μέρες άφυλες, παιδιά της χορωδίας σε λειτουργία στην ύπαιθρο. Και κάτι το χαμένο, που κατευθυνόταν σε μια γλυκιά απελπισία… Αυτή η χροιά της φωνής της νιόπαντρης είχε μια ιστορία, μια εύθραυστη ιστορία που περνούσε απαρατήρητη από την ιδιοκτήτρια της φωνής, αλλά όχι απ’ αυτήν.
Από εκείνη τη μέρα, η Ζοάνα αισθανόταν τις φωνές, τις καταλάβαινε ή δεν τις καταλάβαινε. Πιθανόν στο τέλος της ζωής της, σε κάθε χροιά φωνής ένα κύμα αναμνήσεων ξεχωριστών για την καθεμία θα υψωνόταν ώς τη μνήμη της, θα έλεγε: πόσες φωνές είχα…
Έγειρε προς τη γυναίκα. Είχε φτάσει ώς εκείνη αναζητώντας ένα σπίτι για να μείνει, και χαιρόταν που είχε έρθει χωρίς τον σύζυγό της επειδή, μόνη της, είχε περισσότερη ελευθερία για να το παρατηρήσει. Κι εκεί, ναι, εκεί υπήρχε κάτι που δεν το περίμενε, μια παύση. Όμως η άλλη ούτε που την κοιτούσε. Σκεπτόμενη με το μυαλό του Οτάβιο, η Ζοάνα μάντεψε πως θα έβρισκε τη γυναίκα εντελώς συνηθισμένη, με αυτή τη μεγάλη, χλωμή και ήρεμη μύτη. Η κυριούλα εξηγούσε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του σπιτιού προς ενοικίαση και ταυτόχρονα το βλέμμα της περιφερόταν στο πάτωμα, στο παράθυρο, στο τοπίο, δίχως βιασύνη, δίχως ενδιαφέρον. Το κορμί της καθαρό, τα μαλλιά της σκούρα. Ψηλή, δυνατή. Κι η φωνή, χωμάτινη φωνή. Χωρίς να σκοντάφτει σε κανένα αντικείμενο, απαλή και απόμακρη σαν να είχε διατρέξει μεγάλες αποστάσεις κάτω από το έδαφος μέχρι να φτάσει στο λαιμό της.
«Παντρεμένη;» ρώτησε η Ζοάνα, σκυμμένη από πάνω της.
«Χήρα, με έναν γιο». Και συνέχισε κόμπο κόμπο το ποίημά της για τα ενοίκια στην περιοχή.
«Όχι, πιστεύω πως το σπίτι δεν μας ενδιαφέρει, είναι υπερβολικά μεγάλο για ένα ζευγάρι», είπε η Ζοάνα με βιασύνη, κάπως απότομα. «Αλλά», μαλάκωσε τα λόγια της, έκρυψε την περιέργειά της, «θα μπορούσα να σας επισκεφτώ κάποια στιγμή για να συζητήσουμε;»
Η γυναίκα δεν εξεπλάγη. Πέρασε το ένα χέρι στη μέση της που είχε παχύνει από τη μητρότητα και τη βραδύτητα των κινήσεών της:
«Νομίζω θα είναι δύσκολο… Αύριο θα πάω να επισκεφτώ τον γιο μου. Είναι παντρεμένος. Θα ταξιδέψω…»
Χαμογελούσε χωρίς χαρά, χωρίς συναίσθημα. Μόνο: θα ταξιδέψω. Τι να ενδιέφερε άραγε αυτή τη γυναίκα; αναρωτιόταν η Ζοάνα. Να είχε εραστή…
«Ζείτε μόνη σας;» τη ρώτησε.
«Η μικρή μου αδερφή έγινε αδερφή του ελέους. Μένω με την άλλη».
«Δεν είναι λυπηρό να ζει κάνεις χωρίς άντρα στο σπίτι;» συνέχισε η Ζοάνα.
«Νομίζετε;» της απάντησε η γυναίκα.
«Σας ρωτάω τι νομίζετε εσείς, όχι εγώ. Είμαι παντρεμένη», πρόσθεσε η Ζοάνα, προσπαθώντας να κάνει πιο φιλική τη συζήτηση.
«Α, εγώ δεν το βρίσκω λυπηρό όχι». Και χαμογέλασε άχρωμα. «Λοιπόν, θα πρέπει να σας αφήσω εφόσον δεν σας ενδιαφέρει το σπίτι. Πρέπει να πλύνω μερικά ρούχα πριν βγω στο παράθυρο για λίγη δροσιά».
Η Ζοάνα συνέχισε το δρόμο της ταπεινωμένη. Ηλίθια, σίγουρα… Η φωνή όμως; Δεν μπορούσε να απελευθερωθεί απ’ αυτήν όλο το υπόλοιπο απόγευμα. Η φαντασία της αναζητούσε το χαμόγελο της γυναίκας, το φαρδύ και ήρεμο σώμα της. Δεν είχε κάποια ιστορία, κατάλαβε αργά η Ζοάνα. Γιατί αν της συνέβαιναν πράγματα, αυτά δεν ήταν εκείνη κι ούτε αναμειγνύονταν με την αληθινή της ύπαρξη. Το σημαντικό –συμπεριλαμβάνοντας το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον– είναι πως ήταν ζωντανή. Αυτό είναι το βάθος της αφήγησης. Μερικές φορές αυτό το βάθος φαινόταν σβησμένο, με μάτια κλειστά, σχεδόν ανύπαρκτο. Αλλά αρκούσε μια μικρή παύση, λίγη σιωπή, ώστε να γίνει τεράστιο και να βρεθεί σε πρώτο πλάνο, με τα μάτια ανοιχτά, ένα μουρμούρισμα ελαφρύ και αδιάκοπο, σαν τον ήχο του νερού που κυλάει ανάμεσα στις πέτρες. Γιατί να το περιγράψει περισσότερο; Σίγουρα της συνέβαιναν πράγματα που έρχονταν απέξω. Έχασε τις ψευδαισθήσεις της, έπαθε πνευμονία. Της συνέβαιναν πράγματα. Αλλά το μόνο που έκαναν ήταν να δυναμώνουν ή να εξασθενούν το μουρμουρητό του πυρήνα της. Γιατί να διηγηθεί γεγονότα και λεπτομέρειες αν κανένα δεν την εξουσίαζε τελικά; Κι αν εκείνη ήταν μόνο η ζωή που κυλούσε ασταμάτητα στο σώμα της;
Οι ερωτήσεις της ποτέ δεν ανησυχούσαν περιμένοντας απάντηση – συνέχισε την ανακάλυψή της η Ζοάνα. Γεννιούνταν νεκρές, χαμογελαστές, συσσωρεύονταν χωρίς επιθυμία μήτε ελπίδες. Δεν προσπαθούσε να κάνει καμιά κίνηση έξω από τον εαυτό της.
Πολλά χρόνια από την ύπαρξή της τα σπατάλησε στο παράθυρο, κοιτώντας τα πράγματα που περνούσαν κι εκείνα που ήταν ακίνητα. Αλλά στην πραγματικότητα δεν έβλεπε τόσο, όσο άκουγε τη ζωή μέσα της. Τη γοήτευε ο θόρυβός της –σαν την αναπνοή ενός μικρού παιδιού– ή η γλυκιά της λάμψη – σαν ενός νεογέννητου φυτού. Ακόμα δεν είχε κουραστεί να υπάρχει κι επαρκούσε στον εαυτό της τόσο που μερικές στιγμές, μεγάλης ευτυχίας, ένιωθε τη θλίψη να τη σκεπάζει σαν τη σκιά ενός μανδύα που την άφηνε δροσερή και σιωπηλή σαν δειλινό. Δεν περίμενε τίποτα. Ήταν καθ’ εαυτήν, σκοπός του εαυτού της.
Κάποτε διχάστηκε, ανησύχησε, κι άρχισε να βγαίνει και να αναζητά τον εαυτό της. Πήγε σε μέρη όπου συναντιούνταν άντρες και γυναίκες. Όλοι είπαν: ευτυχώς ξύπνησε, η ζωή είναι μικρή, πρέπει να επωφελείται κανείς, πριν ήταν μια σβησμένη ύπαρξη, τώρα έγινε κάποια. Κανένας δεν ήξερε ότι είχε υπάρξει τόσο δυστυχισμένη ώστε έβγαινε για να αναζητήσει τη ζωή. Τότε ήταν που επέλεξε έναν άντρα, τον αγάπησε, κι η αγάπη πύκνωσε το αίμα της και το μυστήριο. Έφερε στον κόσμο έναν γιο, ο σύζυγός της πέθανε αφού την άφησε έγκυο. Αυτή συνέχισε και εξελισσόταν πολύ καλά. Ένωσε όλα τα κομμάτια της και έπαψε πια να αναζητά ανθρώπους. Ξαναβρήκε το παράθυρο όπου καθόταν παρέα με τον εαυτό της. Και τώρα, περισσότερο από ποτέ, δεν έχει υπάρξει άλλο πράγμα ή πλάσμα τόσο ευτυχισμένο και τόσο γεμάτο. Παρότι πολλοί την κοιτούσαν με συμπόνια, νομίζοντάς την αδύναμη. Όμως το πνεύμα της ήταν τόσο δυνατό που ποτέ της δεν έπαψε να τρώει πολύ καλά στο γεύμα ή στο δείπνο, χωρίς ωστόσο να υπερβάλλει σε απόλαυση. Τίποτα από όσα έλεγαν δεν την ενδιέφερε, το ίδιο και τα γεγονότα, όλα γλιστρούσαν πάνω της και χάνονταν σε νερά άλλα από αυτά που έφερε μέσα της.
Μια μέρα, αφού έζησε χωρίς πλήξη πολλές παρόμοιες, είδε τον εαυτό της διαφορετικό. Είχε κουραστεί. Πήγαινε από το ένα μέρος στο άλλο. Ούτε η ίδια δεν ήξερε τι ήθελε. Άρχισε να τραγουδάει σιγανά, με κλειστό στόμα. Έπειτα κουράστηκε κι άρχισε να σκέφτεται πράγματα. Αλλά δεν τα κατάφερνε εντελώς. Μέσα της κάτι προσπαθούσε να σταματήσει. Περίμενε αλλά τίποτα δεν ερχόταν από αυτήν προς αυτήν. Άρχισε σιγά σιγά να θλίβεται, με μια ανεπαρκή θλίψη, και γι’ αυτό ήταν διπλά θλιμμένη. Συνέχισε να περπατάει για πολλές μέρες και τα βήματά της ηχούσαν σαν πεθαμένα φύλλα που πέφτουν στο έδαφος. Ήταν εσωτερικά επενδυμένη με γκρίζο και δεν διέκρινε τίποτα στον εαυτό της πέρα από μια αντανάκλαση, σαν ασπρουλιάρικες σταγόνες που κυλούν, μια αντανάκλαση του παλιού της ρυθμού, τώρα αργού και πυκνού. Τότε κατάλαβε πως είχε αδειάσει, και για πρώτη φορά υπέφερε επειδή πραγματικά είχε διχαστεί, το ένα μέρος της μπροστά από το άλλο, να την επιβλέπει, θέλοντας πράγματα που εκείνο δεν μπορούσε πια να δώσει. Στην πραγματικότητα πάντα ήταν δύο, αυτή που ήξερε ελαφρώς πως ήταν και η άλλη που όντως ήταν, βαθιά. Μέχρι τότε, οι δύο συνεργάζονταν και συγχέονταν η μία με την άλλη. Τώρα, αυτή που ήξερε πως ήταν εργαζόταν μόνη της, πράγμα που σήμαινε πως αυτή η γυναίκα ήταν δυστυχισμένη και έξυπνη. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια να επινοήσει κάτι, μια σκέψη, που θα τη διασκέδαζε. Ανώφελο. Αυτή ήξερε μονάχα να ζει.
Ώσπου η απουσία του εαυτού της την έκανε τελικά να κατακρημνιστεί μέσα στη νύχτα και γαληνεμένη, σκοτεινιασμένη και δροσερή, άρχισε να πεθαίνει. Έπειτα πέθανε απαλά, σαν να ήταν φάντασμα. Κανείς δεν γνωρίζει τίποτα άλλο γι’ αυτήν επειδή πέθανε. Μαντεύουμε μόνο ότι στο τέλος κι αυτή θα ήταν ευτυχισμένη όσο μπορεί να είναι ένα πράγμα ή ένα πλάσμα. Επειδή είχε γεννηθεί για τo ουσιώδες, για να ζήσει ή για να πεθάνει. Και το ενδιάμεσο ήταν για εκείνη η οδύνη. Η ύπαρξή της ήταν τόσο πλήρης και τόσο συνδεδεμένη με την αλήθεια που πιθανόν τη στιγμή που παραδιδόταν στο θάνατο, θα σκέφτηκε, αν είχε τη συνήθεια να σκέφτεται: εγώ δεν υπήρξα ποτέ. Δεν γνωρίζουμε επίσης τι απέγινε. Μια τόσο ωραία ζωή πρέπει να την ακολουθεί ένας εξίσου ωραίος θάνατος. Ασφαλώς σήμερα είναι κόκκοι σκόνης. Κοιτάει πάνω, προς τον ουρανό, όλο τον καιρό. μερικές φορές βρέχει, γεμίζει και χοντραίνουν οι κόκκοι της. Έπειτα με το καλοκαίρι στεγνώνει, κι ο παραμικρός αέρας τη σκορπίζει. Τώρα είναι αιώνια.
Μετά από μια στιγμή απορρόφησης, η Ζοάνα κατάλαβε πως την είχε ζηλέψει, αυτό το μισοπεθαμένο ον που της είχε χαμογελάσει και μιλήσει με έναν άγνωστο τόνο φωνής. Κυρίως, σκέφτηκε ακόμη, καταλαβαίνει τη ζωή επειδή δεν είναι αρκετά έξυπνη ώστε να μην την καταλαβαίνει. Αλλά πόσο άξιζε οποιοσδήποτε συλλογισμός… Αν έφτανες στο σημείο να την καταλάβεις, χωρίς ωστόσο να τρελαθείς, δεν θα μπορούσες να διατηρήσεις τη γνώση ως γνώση, αλλά θα τη μετέτρεπες σε στάση, στάση ζωής, μοναδικό τρόπο να την κατέχεις και να την εκφράζεις πλήρως. Κι αυτή η στάση δεν θα ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη της γυναίκας με τη φωνή. Ήταν τόσο φτωχικοί οι δρόμοι της δράσης.
Έκανε μια γρήγορη κίνηση με το κεφάλι της, ανυπόμονη. Έπιασε ένα μολύβι, ένα χαρτί, κι έγραψε πρόχειρα με γράμματα επίτηδες σταθερά: «Η προσωπικότητα που αγνοεί τον εαυτό της ολοκληρώνεται περισσότερο». Αλήθεια ή ψέμα; Όμως κατά κάποιον τρόπο είχε πάρει την εκδίκησή της ρίχνοντας πάνω σ’ αυτή τη γυναίκα που έσφυζε από ζωή την παγερή και έξυπνη σκέψη της.



