Προσφορά!

Κατεδάφιση

της Άνιας Βουλούδη

, ,

Καθώς οι μέρες περνάνε σαν νύχτες η μία μετά την άλλη, μια γυναίκα αφηγείται τις σχέσεις, τα συναισθήματα και το παρελθόν της σε μια μονομερή, επίμονη αλληλογραφία με έναν μακρινό φίλο, πιάνει και αφήνει τα νήματα μιας σκόρπιας ζωής, μιας καθημερινότητας από τη Θεσσαλονίκη στην Κρήτη, στη Γερμανία, στο χωριό και πίσω στη Θεσσαλονίκη. Συνειδητοποιεί γράφοντας πως το μόνο που της ανήκει είναι ένας σωρός παλιοπράγματα, διάσπαρτες αναμνήσεις, εντυπώσεις, αφηγήσεις που προσπαθούν να οργανωθούν, αντικείμενα και αγαπημένα πρόσωπα που ψάχνουν να βρουν τη θέση τους, πως πάντοτε αναζητά κάτι και πως την ίδια στιγμή κάτι απ’ όσα έχει δεν είναι δικό της.

 

Εκκαθάριση

η συγγραφέας

Στέφανε,

τι ανέμπνευστη εποχή είναι αυτή. Σε χαιρετώ μέσα από το σπίτι μου. Σήμερα είναι ωραία εδώ κι εγώ κάθομαι σε μια γωνία. Βλέπω την πλατεία, βλέπω το σπίτι, το γράμμα μου. Είναι όλα τους αυτοκινούμενα. Ό,τι κι αν αποφασίσω να κάνω, εκείνα δεν σταματούν να κινούνται. Το πάτωμα αλλάζει, οι άνθρωποι περπατούν έξω, το γράμμα μου πηγαίνει συνεχώς από δω κι από κει.
Δίπλα μου η σόμπα είναι η μοναδική συντροφιά που αντέχω, με τη φωτιά της να είναι τόσο κυκλοθυμική που, ενώ θα όφειλα να της συμπαραστέκομαι, καταλήγω να την υποθάλπω παίζοντας συχνά με το πορτάκι του αέρα. Θυμάσαι το παλιό μου σπίτι; Θυμάσαι την παλιά μου σόμπα ανάμεσα στα δωμάτιά μας; Εδώ, ξαφνικά, έχω μεγάλη ανάγκη να σου γράψω πως σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ που σε γνώρισα κι αφιερώνω την αποψινή αυτή φωτιά σε σένα που από την πρώτη στιγμή εγκαταστάθηκες βολικά στο κέντρο της διαίσθησής μου.
Δεν θυμάμαι καλά εκείνες τις μέρες που νοίκιασες το δωμάτιο του σπιτιού μου στον αριθμό 53 της Ολύμπου, γιατί πάνε χρόνια μα και γιατί δεν μιλήσαμε τότε αρκετά. Μια ανάμνησή μου μας τοποθετεί στην κουζίνα, εγώ πλάτη στη βρύση κι εσύ δειλά στην κάσα της πόρτας, μισός μέσα και μισός έξω από το χώρο που με περιέγραφε, σε μια βουβή σκηνή όπου τα στόματά μας συζητούν, τα χέρια μας κρατούν κάτι υποδεικνύοντας μια προηγούμενη ασχολία η οποία όμως είχε διακοπεί στη θέα του άλλου. Πότε πότε προσπαθώ να ανασύρω κάτι περισσότερο, κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή τοποθετείται στον πάγκο ένα βιβλίο, ένα δώρο για μένα τώρα που φεύγεις, και φεύγεις από το μυαλό μου εσύ, εγώ, η κουζίνα, η βρύση, όλα σηκώνονται και γίνονται σκόνη στον νωχελικό αέρα της ανάμνησής μου.
Γρήγορα τότε, όπως και τώρα, πηγαίνω και βρίσκω το βιβλίο σου. Ξαναθυμάμαι, διαβάζοντας την πρώτη σελίδα, πως ήτανε Μάιος του ’16, είχε ζέστη και πολλές φορές το μέτωπό σου ήταν ιδρωμένο. Στο δωμάτιό σου υπήρχαν δυο τρύπες στον τοίχο, τα έπιπλα ήταν παλιά και το κουρτινόξυλο τόσο τραχύ που δεν μπορούσες να κλείσεις τις κουρτίνες. Εσύ όμως στην κριτι­­κή σου έγραψες: «Το διαμέρισμα αυτό είναι ένα ευφυές έργο γεμάτο εκπλήξεις». Από τότε ήξερα πως θα με ενώ­­­νει μαζί σου κάτι συνεχές, μια συμμαχία-φρουρός, επιστάτης, φροντιστής, κουρέας ή κηπουρός, κάτι που προσέχει κάτι άλλο, κάτι που εργάζεται στο πλάι μου.
Σταθερά κι άνετα πια στην καρέκλα μου σου γράφω –επιτέλους κάθομαι σιωπηλά και με το χέρι μου γράφω– πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος που έμεινε για να μιλάω, χωρίς να ελπίζω πως κάποιος ακούει, χωρίς να ξέρω γιατί απευθύνομαι σε σένα όπως ακριβώς θα απευθυνόμουν στην ερημιά, αφού δεν ξέρω αν πρόκειται να πάω στο ταχυδρομείο.
Τι εποχή άσχημη είναι αυτή. Σήμερα, διαβάζω πως στο Τορόντο η θερμοκρασία είναι 35 υπό το μηδέν, κάτι που με κάνει να αναρωτιέμαι αν όλα διακόπηκαν. Κανένας έξω, κανένας μέσα, άφαντη η πόλη κάτω από μια λευκή μοίρα κι εσύ ένα άγαλμα πια από πάγο κάπου πρόχειρα στημένο στην άκρη του δρόμου με το δά­­­χτυλο τεντωμένο να δείχνει προς την Αθήνα. Τη δική σου Αθήνα. Εδώ, στη δική μου Θεσσαλονίκη ο καιρός αντιθέτως είναι ήπιος και σκέφτομαι να βγω σύντομα μια βόλτα, όχι πως δεν θα είναι όλα εδώ όταν γυρίσω.
Τον τελευταίο καιρό βγαίνω έξω μονάχα για να πάω στη δουλειά και στο χωριό κάποιες φορές. Εκεί κλαδεύω τα δέντρα, κουρεύω τα χόρτα, κοιτάζω το παλιό σπίτι που πέφτει, πηγαίνω ώς το νεκροταφείο, στέκομαι για λίγο πάνω απ’ το μαρμάρινο επώνυμό μου το οποίο είναι γραμμένο άλλη μια φορά κάτω από το επώνυμό μου που βρίσκεται με τη σειρά του κάτω από ολόκληρο το ονοματεπώνυμό μου κι έπειτα μπαίνω στο αυτοκίνητο και φεύγω. Στην επιστροφή σκέφτομαι μόνο την επιστροφή, όταν κοιτάζω το δρόμο σκέφτομαι τον ίδιο το δρόμο, κι όταν τα φώτα εναλλάσσονται βλέπω τους οδηγούς που οδηγούν όπως εγώ. Μέσα στα αυτοκίνητά τους οι επιβάτες μοιάζουν να εξουσιάζονται από το μυαλό μου που δεν τρέχει, ελέγχω εκείνους, ελέγχω το δρόμο, το χρόνο, νιώθω ασφαλής.
Μάταια με προσκαλούσες στα μέρη σου κατεβαίνο­ντας, καθώς έφευγες, την αρχαία σκάλα της εξαθλιωμένης πολυκατοικίας μου. Δεν μ’ αρέσει να ταξιδεύω, Στέφανε. Το μυαλό μου μπερδεύεται όταν είμαι μέσα σε ένα αεροπλάνο που τρέχει και δεν γίνεται να σταματήσει. Αν ποτέ όμως τα κατάφερνα, θα ήθελα να έβλεπα τη λίμνη του Γουισκόνσιν, την Αριζόνα, τα αμάξια μάρκας Μάστανγκ, το Λος Άντζελες, το Σαν Φρανσίσκο και τελευταίο ή πρώτο το Τορόντο που είδα σε εκείνη τη μεταμεσονύχτια βιντεοκλήση, καθώς τα μάτια μου κλείνανε, ενώ εκεί το ζεστό μεσημέρι κι ο ωραίος ήλιος σε είχαν παρασύρει να μου δείξεις τα καταστήματα, τα εμπορεύματα, τις ταμπέλες, τα φανάρια και τα πεζοδρόμια, τους περαστικούς, τα αυτοκίνητα, τα ζώα, ένα σύννεφο κι ό,τι πίστευες πως θα μου άρεσε –και μου άρεσαν όλα– σ’ ένα ολόκληρο τετράγωνο του Γουέστον που δεν ήρθα ποτέ να δω.
Σε θυμάμαι αυτή τη στιγμή, όπως πάντα ευτυχισμέ­νο με κάθε μικρό πράγμα της ζωής, να κοιτάς την καρτ ποστάλ που κατάφερα να βρω και να σου δώσω εκείνες τις μέρες, με το λόφο του Φιλοπάππου στη μια της πλευρά, αφού νόμιζα ότι εκεί μου είχες πει πως πριν λίγα χρόνια ανέβηκες, ξάπλωσες στην κορυφή και δια­σκέδασες κατρακυλώντας ασταμάτητος μέχρι κάτω.
Σου γράφω από μια καρέκλα του σπιτιού μου και θυμάμαι πώς είμαι.
Κλείνω για τώρα.

Άνια,
από την οδό Ολύμπου (νούμερο τώρα 84)
της Θεσσαλονίκης, Κυριακή 6 Ιανουαρίου