Προσφορά!

Τι το επαναστατικό είχε η Γαλλική Επανάσταση

του Ρόμπερτ Ντάρντον

Μετάφραση: Θοδωρής Δρίτσας

, ,

Στις δύο διαλέξεις του για τη Γαλλική Επανάσταση, ο Ρόμπερτ Ντάρντον διερευνά, στο επίπεδο του δρόμου αλλά και των λογοτεχνικών σαλονιών, τις τεράστιες πνευματικές μετατοπίσεις, τη συμβολή της βίας στην αποκαθήλωση των θεσμών του Παλαιού Καθεστώτος και τις εκφάνσεις της Επανάστασης στο χώρο των γραμμάτων και της λογοτεχνίας.

«Λαϊκή κυριαρχία, πολιτική ελευθερία, ισότητα ενώπιον του νόμου – οι λέξεις λέγονται τόσο εύκολα στις μέρες μας που δεν μπορούμε να διανοηθούμε πόσο εκρηκτικές ακούγονταν το 1789. Δεν μπορούμε να μεταφερθούμε στον πνευματικό κόσμο του Παλαιού Καθεστώτος, όπου οι περισσότεροι πίστευαν ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι, ότι η ανισότητα ήταν κάτι καλό, σύμφωνο με την ιεραρχική τάξη που είχε εγγράψει ο ίδιος ο Θεός στη φύση. Για να διαλυθεί το πνευματικό πλαίσιο του Παλαιού Καθεστώτος χρειάστηκε βία και δύσκολα μπορούμε να συλλάβουμε εμείς την ίδια τη βία, την εικονοκλαστική, σαρωτική, επαναστατική βία.»

* Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει την Τετάρτη 8 Ιουλίου

Εκκαθάριση

ο συγγραφέας

Ντάρντον Ρόμπερτ

Ο Ρόμπερτ Ντάρντον, Αμερικανός ιστορικός με ειδίκευση στη γαλλική  πολιτισμική ιστορία του 18ου αιώνα, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1939. Εκπόνησε τη διατριβή του στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (1964) με θέμα Trends in Radical Propaganda on the Eve of the French Revolution (1782-1788). Δίδαξε στο Χάρβαρντ και στο Πρίνστον, και διετέλεσε πρόεδρος της American Historical Association και διευθυντής της βιβλιοθήκης του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Ανάμεσα στα πολυάριθμα έργα του για την προεπαναστατική περίοδο, ξεχωρίζουν τα: The Great Cat Massacre and Other Episodes in French Cultural History (1984), The Kiss of Lamourette: Reflections in Cultural History (1990), και The Revolutionary Temper: Paris, 1748-1789 (2023).

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

Tι το τόσο επαναστατικό είχε η Γαλλική Επανάσταση; Το ερώτημα μπορεί να ακούγεται άτοπο σήμερα που όλος ο κόσμος συγχαίρει τη Γαλλία για τη διακοσιοστή επέτειο από την κατάληψη της Βαστίλης, την κατάλυση της φεουδαρχίας και τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. Ωστόσο όλο αυτός ο θόρυβος της διακοσιοστής επετείου ελάχιστη σχέση έχει με ό,τι πραγματικά συνέβη πριν από δύο αιώνες.
Οι ιστορικοί επισημαίνουν εδώ και καιρό ότι στις 14 Ιουλίου 1789 η Βαστίλη ήταν σχεδόν άδεια. Πολλοί λένε ότι η φεουδαρχία είχε ήδη πάψει να υφίσταται την εποχή που καταργήθηκε και σχεδόν κανείς δεν θα αρνιόταν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα ακυρώθηκαν στην πράξη κατά την περίοδο της Τρομοκρατίας, πέντε μόλις χρόνια μετά την πρώτη διακήρυξή τους. Μήπως τελικά αν εξετάσου­­με νηφάλια την Επανάσταση δεν θα βρούμε τίποτα περισσότερο από γενικευμένη βία και ρηχές διακηρύξεις – τίποτα περισσότερο δηλαδή από ένα «μύθο», για να καταφύγω σε έναν όρο που προτι­­μούσε ο Άλφρεντ Κόμπαν, ένας σκεπτικιστής Άγ­­γλος ιστορικός που δεν γοητευόταν από τις λαιμητόμους και τα σλόγκαν.
Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι οι μύθοι μπορούν να μετακινήσουν ακόμα και βουνά. Έχουν τη δύναμη να αποκτούν μια πραγματικότητα στέρεη σαν βράχο, σαν τον πύργο του Άιφελ που έχτισαν οι Γάλλοι το 1889 για τον εορτασμό της εκατοστής επετείου της Επανάστασης. Η Γαλλία θα δα­­­πα­­­νήσει εκατομμύρια το 1989 για να ανεγείρει κτίρια, να δημιουργήσει κέντρα, να παραγάγει απτές σύγχρονες εκφράσεις της δύναμης εκείνης που απελευθερώθηκε στον κόσμο πριν από διακόσια χρόνια. Τι ήταν όμως η δύναμη αυτή;
Αν και το να αποτυπώσει κανείς το πνεύμα του 1789 σε λέξεις είναι εξίσου δύσκολο με το να το εκ­­­φράσει με τούβλα και τσιμέντο, θα μπορούσε κα­­­νείς να το χαρακτηρίσει μια μορφή ενέργειας – μια βού­­­ληση για τη δημιουργία ενός νέου κόσμου από τα ερείπια του καθεστώτος που κατέρρευσε το κα­­­λο­­­καίρι του 1789. Η ενέργεια αυτή διαπότισε τα πά­­­ντα κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Μετασχημάτι­­σε τη ζωή όχι μόνο των ανθρώπων της δράσης που προσπαθούσαν να τη διοχετεύσουν σε κατευθύνσεις που επέλεγαν οι ίδιοι, αλλά και των απλών αν­­­θρώπων που συνέχιζαν να κοιτάζουν τη δουλειά τους.
Η ιδέα μιας θεμελιώδους αλλαγής στον τόνο της καθημερινής ζωής μπορεί να φαντάζει εύκολα αποδεκτή σε αφηρημένο επίπεδο είναι όμως δύ­­­­­­­σκο­­­­­­­­­λο να τη συλλάβεις. Δεχόμαστε τον κό­­­σμο όπως αυτός μας δίνεται και δεν μπορούμε να φα­­­­­ντα­­­­­στούμε ότι θα μπορούσε να οργανωθεί διαφορετικά παρά μόνο αν ζήσουμε στιγμές όπου τα πράγματα καταρρέουν – ένα θάνατο ή ένα διαζύγιο, ή την αιφνίδια καταστροφή ενός πράγματος που έμοιαζε αμετακίνητο, σαν τη στέγη πάνω από τα κεφάλια μας ή το έδαφος κάτω από τα πόδια μας.
Τέτοια σοκ μπορούν να κλονίσουν έναν άν­­­θρω­­­­­­πο, σπάνια όμως μπορούν να τραυματίσουν πραγματικά μια κοινωνία. Το 1789 οι Γάλλοι βρέθη­καν αντιμέτωποι με την κατάρρευση του συνόλου της κοινωνικής τάξης –του κόσμου που αναδρομικά ονόμασαν Παλαιό Καθεστώς– και κλήθηκαν να βρουν μια νέα τάξη στο χάος που τους περιέβαλλε. Βίωσαν την πραγματικότητα ως κάτι που μπορούσε να καταστραφεί και να ανασυγκροτηθεί και είχαν μπροστά τους φαινομενικά απεριόριστες δυνατότητες, τόσο για το καλό όσο και για το κακό, για την οικοδόμηση μιας ουτοπίας ή για την επιστροφή στην τυραννία.
Ασφαλώς η γαλλική κοινωνία είχε αντιμετωπί­σει και σε παλαιότερες εποχές τέτοιες σεισμικές ανα­­τροπές – τη βουβωνική πανώλη, για παράδειγ­­μα, τον 14ο αιώνα, και τους θρησκευτικούς πολέμους τον 16ο αιώνα. Κανείς όμως δεν ήταν το 1789 έτοιμος για μια επανάσταση. Η ίδια η έννοια δεν υπήρχε. Αν αναζητήσει κανείς τη λέξη «επανάστα­­ση» (révolution) στα καθιερωμένα λεξικά του 18ου αιώνα, θα βρει ορισμούς που παραπέμπουν στην «περιφορά», όπως «η επιστροφή ενός πλανήτη ή ενός άστρου στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε».
Πριν από το 1789 οι Γάλλοι δεν διέθεταν ιδιαί­τε­­ρα πλούσιο πολιτικό λεξιλόγιο, εν πολλοίς επει­­­δή η πολιτική συνέβαινε στις Βερσαλλίες, στον μα­­­κρινό κόσμο της βασιλικής αυλής. Μόλις οι κοινοί άνθρωποι άρχισαν να συμμετέχουν στην πολιτική –στις εκλογές των Γενικών Τάξεων, που βασίστηκαν σε ένα σύστημα που προσέγγιζε την καθολική ψη­­­φοφορία για τους άντρες, αλλά και στις εξεγέρ­σεις στους δρόμους– άρχιζαν να χρειά­ζονται λέξεις για αυτά που έβλεπαν και για αυτά που έκαναν. Ανέπτυξαν θεμελιώδεις νέες κατηγορίες όπως η «αριστε­­ρά» και η «δεξιά», που προέκυψαν από τη διάταξη των θέσεων στην Εθνοσυνέλευση, αλλά και όπως η ίδια η «επανάσταση». Πρώτα ήρθε η εμπειρία και ύστερα η έννοια. Ποια ήταν όμως αυτή η εμπειρία;