Προσφορά!

Η ημέρα της κρίσεως

της Φλάννερυ Ο'Κόννορ

Μετάφραση: Ρένα Χατχούτ

, ,

Το σκηνικό των διηγημάτων της Ο’Κόννορ είναι σκόπιμα περιορισμένο: ένα αγροτικό σπίτι του αμερικανικού Νότου, μια σειρά πεύκα στον ορίζοντα, μια οικογένεια με τις συνηθισμένες αντιθέσεις της, ένα καινούργιο πρόσωπο, μικρές κωμικές ανατροπές, ένα καπέλο, ένας ταύρος, ένα τατουάζ, ο θάνατος. Όμως αυτή η σχεδόν προκλητική απλότητα των θεμάτων και του ύφους είναι απατηλή, καθώς το συγγραφικό σχέδιο μας οδηγεί σε μια ιλιγγιώδη κάθετη πτώση. Με σχεδόν ανεπαίσθητες χειρονομίες η Ο’Κόννορ αρθρώνει μια ολοκληρωμένη κριτική στις σύγχρονες μορφές ζωής, ισορροπώντας ανάμεσα στο κωμικό και στο τραγικό, υπονομεύοντας κάθε βεβαιότητα, κάθε πίστη, κάθε προσδοκία. «Ο συγγραφέας παρουσιάζει το μυστήριο μέσα από τα ήθη, τη χάρη μέσα από τη φύση, αλλά όταν ολοκληρώνει το έργο του, πρέπει πάντα να παραμένει αυτή η αίσθηση του μυστηρίου που δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανένα ανθρώπινο σχέδιο».

 

* Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει τη Δευτέρα 25 Μαΐου.

Εκκαθάριση

η συγγραφέας

Ο’Κόννορ Φλάννερυ

Η Φλάννερυ Ο’Κόννορ (1925-1964) είναι μία από τις σημαντικότερες Αμερικανίδες συγγραφείς. Τα θέματά της περιστρέφονται γύρω από τη ζωή στον αμερικανικό Νότο και είναι διαποτισμένα από τη βαθιά καθολική της πίστη. Έγραψε δύο μυθιστορήματα, τριάντα δύο διηγήματα, δοκίμια και κριτικές. Από τις εκδόσεις αντίποδες κυκλοφορεί επίσης το Ημερολόγιο προσευχής (μτφρ. Γιάννης Παλαβός) και το μυθιστόρημα Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν (μτφρ. Αλέξανδρος Κοτζιάς).

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

Ο Τάνερ φύλαγε όλες του τις δυνάμεις για το ταξίδι της επιστροφής. Σκόπευε να περπατήσει όσο πιο μακριά μπορούσε και να έχει εμπιστοσύνη στον Παντοδύναμο ότι θα τον βοηθούσε να φτάσει στον προορισμό του. Εκείνο το πρωί, όπως και το προηγούμενο, είχε επιτρέψει στην κόρη του να τον ντύσει για να εξοικονομήσει ενέργεια. Τώρα καθόταν σε μια πολυθρόνα κοντά στο παράθυρο –με το γαλάζιο πουκάμισό του κουμπωμένο ώς το γιακά, το σακάκι του στη ράχη της πολυθρόνας, και το καπέλο του στο κεφάλι του– περιμένοντάς τη να φύγει. Δεν υπήρχε περίπτωση να δραπετεύσει μέχρι να φύγει εκείνη απ’ τη μέση. Το παράθυρο έβλεπε σ’ έναν τοίχο από τούβλα και σ’ ένα σοκάκι γεμάτο νεοϋορκέζικο αέρα, από κείνον που ταίριαζε σε γάτες και σκουπίδια. Μερικές νιφάδες χιονιού πέρασαν μπροστά από το παράθυρο αλλά ήταν πολύ λεπτές και σκόρπιες για την εξασθενημένη όρασή του.
Η κόρη ήταν στην κουζίνα και έπλενε πιάτα. Χασομερούσε από δω κι από κει, μιλώντας μόνη της. Όταν ο Τάνερ είχε πρωτοέρθει, της απαντούσε, αλλά εκείνη δεν το ήθελε αυτό. Τον αγριοκοίταζε λες και τέτοιος γεροξεκούτης που ήταν θα έπρεπε να έχει ακόμη αρκετό μυαλό ώστε να μην απαντάει σε μια γυναίκα που μιλούσε μόνη της. Έκανε ερωτήσεις στον εαυτό της με μία φωνή και απαντούσε με μια άλλη. Με την ενέργεια που είχε εξοικονομήσει την προηγούμενη μέρα αφήνοντάς τη να τον ντύσει, είχε γράψει ένα σημείωμα και το είχε καρφιτσώσει στην τσέπη του. ΑΝ ΒΡΕΘΩ ΝΕΚΡΟΣ ΣΤΕΙΛΤΕ ΕΞΠΡΕΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΣΤΟΝ ΚΟΟΥΛΜΑΝ ΠΑΡΟΥΜ, ΚΟΡΙΝΘ, ΤΖΟΡΤΖΙΑ. Κάτω απ’ αυτό είχε συνεχίσει: ΚΟΟΥΛΜΑΝ ΠΟΥΛΗΣΕ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΣΕ ΤΑ ΝΑΥΛΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ. ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΠΕΡΙΣΣΕΨΕΙ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ. ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ Τ. Σ. ΤΑΝΝΕΡ. Υ.Γ. ΜΕΙΝΕ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ. ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΑΦΗΣΕΙΣ ΝΑ ΣΕ ΠΕΙΣΟΥΝ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ ΕΔΩ ΠΑΝΩ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΟΣ ΑΥΤΟ. Του είχε πάρει σχεδόν τριάντα λεπτά για να γράψει το κείμενο· τα γράμματα κυμάτιζαν αλλά μπορούσε κανείς να βγάλει άκρη με λίγη υπομονή. Ήλεγχε το ένα χέρι κρατώντας το με το άλλο από πάνω του. Όταν πια είχε τελειώσει το γράψιμο, εκείνη είχε επιστρέψει στο διαμέρισμα από τα ψώνια.
Σήμερα ήταν έτοιμος. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να βάλει το ένα πόδι μπροστά στο άλλο μέχρι να φτάσει στην πόρτα και να κατέβει τα σκαλιά. Όταν θα κατέβαινε, θα έφευγε από τη γειτονιά. Όταν θα έφευγε από τη γειτονιά, θα φώναζε ένα ταξί και θα πήγαινε στον εμπορευματικό σταθμό. Κάποιος χαραμοφάης θα τον βοηθούσε να μπει σ’ ένα βαγόνι. Όταν θα έμπαινε στο εμπορικό βαγόνι, θα ξάπλωνε και θα ξεκουραζόταν. Τη νύχτα το τρένο θα ξεκινούσε για τον Νότο, και το επόμενο πρωί ή το μεθεπόμενο, νεκρός ή ζωντανός, θα ήταν στον τόπο του. Νεκρός ή ζωντανός. Εκείνο που είχε σημασία ήταν να είναι εκεί· το νεκρός ή ζωντανός δεν είχε.
Αν είχε μυαλό, θα είχε φύγει τη επομένη του ερχομού του· αν είχε περισσότερο μυαλό δεν θα είχε έρθει καν. Δεν τον είχε πιάσει απελπισία μέχρι πριν από δυο μέρες όταν είχε ακούσει την κόρη του και τον γαμπρό του να αποχαιρετιούνται μετά το πρωινό. Στέκονταν στην εξώπορτα, εκείνη τον αποχαιρετούσε για ένα τριήμερο ταξίδι. Οδηγούσε ένα φορτηγό μετακομίσεων μεγάλων αποστάσεων. Θα πρέπει να του είχε δώσει το δερμάτινο κασκέτο του. «Πρέπει να αγοράσεις ένα καπέλο», είπε, «ένα αληθινό καπέλο».
«Και να κάθομαι όλη μέρα με το καπέλο», είπε ο γαμπρός, «σαν αυτόν εκεί μέσα. Χα! Το μόνο που κάνει είναι να κάθεται όλη μέρα μ’ εκείνο το καπέλο στο κεφάλι. Κάθεται όλη μέρα μ’ εκείνο το μαύρο βρωμοκαπέλο στο κεφάλι του. Μέσα!»
«Ε, εσύ δεν έχεις καν καπέλο», είπε εκείνη. «Τίποτα εκτός από κείνο το δερμάτινο κασκέτο με τα αυτιά. Οι άνθρωποι που είναι κάποιοι φοράνε καπέλα. Άλλοι φοράνε αυτά τα δερμάτινα κασκέτα σαν το δικό σου».
«Οι άνθρωποι που είναι κάποιοι!» φώναξε. «Οι άνθρωποι που είναι κάποιοι! Αυτό με σκοτώνει! Αυτό πραγματικά με σκοτώνει!» Ο γαμπρός είχε ένα ηλίθιο μυώδες πρόσωπο και μια αντίστοιχη βαριά γιάνκικη προφορά.
«Ο μπαμπάς μου ήρθε για να μείνει», είπε η κόρη του. «Δεν πρόκειται να αντέξει πολύ. Ήταν κάποιος όταν ήταν κάποιος. Ποτέ δεν δούλεψε για κανέναν στη ζωή του παρά μόνο για τον εαυτό του και είχε ανθρώπους –άλλους ανθρώπους– στη δούλεψή του».
«Αλήθεια; Αραπάδες είχε στη δούλεψή του», είπε ο γαμπρός. «Αυτό είναι όλο. Κι εγώ είχα κάνα δυο αραπάδες στη δούλεψή μου».
«Αυτοί που είχες εσύ στη δούλεψή σου δεν ήταν και τίποτα σπουδαίοι αραπάδες», είπε εκείνη, κι η φωνή της ξαφνικά χαμήλωσε με αποτέλεσμα ο Τάνερ ν’ αναγκαστεί να σκύψει μπροστά για ν’ ακούσει. «Χρειάζεται μυαλό για να κάνει κανείς έναν αληθινό αράπη να δουλέψει. Πρέπει να ξέρεις πώς να τους κουμαντάρεις».
«Α, δηλαδή εγώ δεν έχω μυαλό», είπε ο γαμπρός.
Ένα από τα ξαφνικά, πολύ σπάνια, αισθήματα ζεστασιάς για την κόρη του πλημμύρισε τον Τάνερ. Πότε πότε έλεγε κάτι που ίσως να σε έκανε να σκεφτείς ότι είχε λίγο μυαλό φυλαγμένο κάπου στο κεφάλι της.
«Έχεις», είπε. «Δεν το χρησιμοποιείς πάντα».
«Ο άλλος παθαίνει εγκεφαλικό όποτε βλέπει κάναν αράπη στο κτίριο», είπε ο γαμπρός, «κι αυτή μου λέει…»
«Μη μιλάς τόσο δυνατά», είπε. «Δεν είναι αυτός ο λόγος που έπαθε το εγκεφαλικό».
Ακολούθησε σιωπή. «Πού θα τον θάψεις;» ρώτησε ο γαμπρός, αλλάζοντας τακτική.
«Να θάψω ποιον;»
«Αυτόν εκεί μέσα».
«Εδώ, στη Νέα Υόρκη», είπε. «Πού φαντάζεσαι; Έχουμε τάφο. Δεν πρόκειται να ταξιδέψω εκεί κάτω ποτέ ξανά με κανέναν».
«Μά’στα. Ε, απλώς ήθελα να σιγουρευτώ», είπε.
Όταν επέστρεψε στο δωμάτιο, ο Τάνερ έσφιγγε τα μπράτσα της πολυθρόνας και με τα δυο του χέρια. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω της σαν τα μάτια ενός θυμωμένου πτώματος. «Υποσχέθηκες ότι θα με έθαβες εκεί», είπε. «Η υπόσχεσή σου δεν αξίζει φράγκο. Η υπόσχεσή σου δεν αξίζει φράγκο. Η υπόσχεσή σου δεν αξίζει φράγκο». Η φωνή του ήταν τόσο στεγνή που με δυσκολία ακουγόταν. Άρχισε να τρέμει, τα χέρια του, το κεφάλι του, τα πόδια του. «Έτσι και με θάψεις εδώ θα καείς στην κόλαση!» ούρλιαξε και σωριάστηκε ξανά στην πολυθρόνα του.
Η κόρη τρεμούλιασε και στάθηκε προσοχή. «Δεν πέθανες ακόμη!» Έβγαλε έναν βαρύ αναστεναγμό. «Έχεις όσο καιρό θέλεις για να ανησυχείς γι’ αυτό». Έκανε μεταβολή κι άρχισε να μαζεύει τις σκόρπιες σελίδες της εφημερίδας από το πάτωμα. Είχε γκρίζα μαλλιά που έπεφταν ώς τους ώμους της κι ένα στρογγυλό πρόσωπο που είχε αρχίσει να γερνάει. «Κάνω τα πάντα για σένα», μουρμούρισε, «κι αυτό είναι το ευχαριστώ σου». Μάζεψε τις σελίδες παραμάσχαλα και είπε, «Και μη μου μιλάς εμένα για κόλαση. Δεν πιστεύω στην κόλαση. Αυτά είναι ένα σωρό σαχλαμάρες των φανατικών Βαπτιστών». Έπειτα πήγε στην κουζίνα.
Κράτησε το στόμα του σφιχτά κλεισμένο, με την πάνω μασέλα του παγιδευμένη ανάμεσα στη γλώσσα και τον ουρανίσκο του. Και πάλι όμως τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάγουλά του· σκούπιζε το καθένα στα κρυφά πάνω στον ώμο του.
Η φωνή της υψώθηκε από την κουζίνα. «Σαν μικρό παιδί κάνει. Ήθελε να έρθει και τώρα που είναι εδώ δεν του αρέσει».
Δεν ήθελε να έρθει.
«Παρίστανε ότι δεν ήθελε, αλλά εγώ το καταλάβαινα. Είπα, αν δεν θέλεις να έρθεις, δεν μπορώ να σε υποχρεώσω. Αν δεν θέλεις να ζήσεις σαν αξιοπρεπής άνθρωπος, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό».
«Εγώ πάντως», είπε η πιο δυνατή φωνή της, «όταν πεθάνω δεν πρόκειται ν’ αρχίσω τις παραξενιές. Ας με θάψουν στο πιο κοντινό μέρος. Όταν φύγω απ’ αυτό τον κόσμο, θα σεβαστώ αυτούς που θα μείνουν σ’ αυτόν. Δεν θα σκέφτομαι μόνο τον εαυτό μου».
«Σίγουρα όχι», είπε η άλλη φωνή. «Ποτέ δεν ήσουν τόσο εγωίστρια. Είσαι από κείνους που φροντίζουν τους άλλους».
«Ε, προσπαθώ», είπε, «προσπαθώ».
Ακούμπησε το κεφάλι του στο πίσω μέρος της πολυθρόνας για μια στιγμή και το καπέλο έγειρε στα μάτια του. Είχε μεγαλώσει τρία αγόρια κι αυτήν. Τα τρία αγόρια είχαν χαθεί, τα δύο στον πόλεμο και το τρίτο ένας θεός ξέρει πού, και δεν είχε μείνει κανένας που να ένιωθε ότι είχε κάποιο καθήκον απέναντί του, εκτός από κείνη, παντρεμένη και άτεκνη, στη Νέα Υόρκη, σαν μεγαλοκυρία, και αποφασισμένη, όταν γύρισε και τον βρήκε να ζει όπως ζούσε, να τον πάρει πίσω μαζί της. Είχε βάλει το πρόσωπό της στην πόρτα της παράγκας και είχε μείνει να κοιτάζει, ανέκφραστη, για ένα δευτερόλεπτο. Έπειτα ξαφνικά ούρλιαξε και πετάχτηκε πίσω.
«Τι είναι αυτό στο πάτωμα;»
«Ο Κόουλμαν», είπε.
Ο γερο-μαύρος ήταν κουλουριασμένος σε μια ψάθα, κοιμισμένος στα πόδια του κρεβατιού του Τάνερ, ένα δύσοσμο πετσί όλο κόκαλα τακτοποιημένα σε μια μορφή που αμυδρά θύμιζε άνθρωπο. Όταν ο Κόουλμαν ήταν νέος, έμοιαζε με αρκούδα· τώρα που είχε γεράσει έμοιαζε με μαϊμού. Με τον Τάνερ συνέβαινε το αντίθετο· όταν ήταν νέος έμοιαζε με μαϊμού όταν όμως γέρασε, έμοιαζε με αρκούδα.
Η κόρη οπισθοχώρησε στη βεράντα. Οι βάσεις από δυο ψάθινες καρέκλες ήταν γερμένες στα ξύλινα κάγκελα αλλά αρνήθηκε να καθίσει. Απομακρύνθηκε κάπου τρία μέτρα από το σπίτι σαν να χρειαζόταν τόσος χώρος για να γλιτώσει από τη δυσοσμία. Κι έπειτα, είπε αυτά που ήθελε να πει.
«Αν εσύ δεν έχεις καθόλου αξιοπρέπεια, έχω εγώ, και ξέρω το καθήκον μου κι έτσι με μεγάλωσαν. Η μητέρα μου με μεγάλωσε έτσι ώστε να κάνω το καθήκον μου, αν δεν το έκανες εσύ. Προερχόταν από απλούς ανθρώπους, αλλά όχι από κείνους που τους αρέσει να σπιτώνονται με αραπάδες».

[…]