Προσφορά!

Αυτοπροσωπογραφία με ρώσικο πιάνο

του Βολφ Βόντρατσεκ

Μετάφραση: Ελίζα Παναγιωτάτου

, ,

Σε ένα καφέ της Βιέννης, ένας συγγραφέας συναντά έναν παράξενο κύριο, τον ηλικιωμένο Ρώσο Σουβόριν. Ο Σουβόριν, κάποτε διεθνούς φήμης πιανίστας στη Σοβιετική Ένωση, βάζει ένα πρόωρο τέλος στην καριέρα του όταν αναπτύσσει μια έντονη αποστροφή για τον ήχο του χειροκροτήματος. Αυτός ο εκκεντρικός χαρακτήρας –γοητευτικός, θλιμμένος, αφοπλιστικά ειλικρινής– γνωρίζει ότι το τέλος της ζωής του πλησιάζει κι έτσι πείθεται να αφηγηθεί την ιστορία του. Μιλά για τα πάντα, για την ελευθερία και την εξέγερση, για την ομορφιά και τη φθορά, για την αθανασία που χαρίζει η τέχνη. Στις συναντήσεις τους οι δύο άντρες αναπτύσσουν μία δυνατή φιλία, μία σχέση αλληλεξάρτησης.

Μεθυστική αλλά και μελαγχολική, με νότες από Ναμπόκοφ, Ζέμπαλντ και Μπέρνχαρντ, η Αυτοπροσωπογραφία με ρώσικο πιάνο είναι μια λογοτεχνική σονάτα για την ομορφιά, τη μουσική και το πάθος, γραμμένη από έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους γερμανόφωνους συγγραφείς.

Εκκαθάριση

ο συγγραφέας

Βόντρατσεκ Βολφ

Ο Βολφ Βόντρατσεκ γεννήθηκε το 1943 στο Ρούντολστατ της Θουριγγίας και μεγάλωσε στην Καρλσρούη. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στη Χαϊδελβέργη, το Γκαίτινγκεν και τη Φραγκφούρτη. Το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο Früher begann der Tag mit einer Schusswunde εκδόθηκε το 1969 και ξεχώρισε αμέσως για το ρηξικέλευθο ύφος του, ενώ τη δεκαετία του 1970 ακολούθησε μια σειρά ποιητικών βιβλίων όπου ο Βόντρατσεκ αξιοποιεί το ροκ και τα νέα μέσα, εμπνέεται από τον γερμανικό Μάη και σε βρίσκεται σε ανοιχτή ρήξη με το λογοτεχνικό κατεστημένο της εποχής του. Το πείραμα αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχημένο: η ποιητική συλλογή Chuck’s Zimmer έγινε μπεστ-σέλλερ και ο Βόντρατσεκ καθιερώθηκε ως μια από τις πιο ξεχωριστές φωνές των γερμανικών γραμμάτων. Εκτός από ποιήματα, έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα και δοκίμια, καθώς και θεατρικά και ραδιοφωνικά έργα.

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

Κριτικές

3

Θυμάσαι;

Η Βιέννη είναι γεμάτη Ρώσους, νέους και γέρους, ζωντανούς και πεθαμένους, πλούσιους και φτω­­χούς. Πριν προλάβει να χτυπήσει το τηλέφωνο, κά­­ποιος ή κάποια έχει έρθει ή έχει φύγει, για πά­­ντα. Όλοι με τη σειρά τους, όπως πρέπει να γίνονται τα πράγ­­μα­­­­τα. Και για όλους, άντρες και γυ­­­ναίκες, κρα­­­τάω έναν τελευταίο αποχαιρετισμό, ένα φτυά­­ρι ρώ­­σι­­­κο χώμα, ένα φτυαράκι, ένα κουταλάκι. Έχω ολόκληρο απόθε­­μα, μια βαλίτσα γεμάτη.
Ο Σουβόριν χασκογελάει μόνος του. Κι ένα τελευταίο μικρό κουταλάκι για μένα.
Απολαμβάνει το θέαμα μιας νεαρής γυναίκας που περνάει εκείνη τη στιγμή. Βλέπετε, λέει, έτσι ήταν τα κο­­ρίτσια μας, αλλά πιο όμορφα, πολύ πιο όμορφα, πο­­λύ πολύ πιο όμορφα. Όλοι μας είχαμε από μία ή δύο, και όλες τους ήταν οι ομορφότερες. Εμάς μπορεί να μη μας περίμεναν κηδείες δημοσία δαπάνη, όμως είχαμε ζωή. Μας αγαπούσαν. Το πιο όμορφο απ’ όλα τα κορίτσια αγαπούσε έναν που αλληθώριζε.
Το γέλιο του σαν να κροταλίζει από ευχαρίστηση.
Παντρευτήκαμε τις μούσες μας, τη μία μετά την άλλη, για να τις βάλουμε σε δοκιμασία. Φυσικά μπορεί και να στεκόσουν άτυχος. Οι αρνήσεις στις προτάσεις γάμου ήταν περισσότερες και από τα συμφωνικά έργα. Τα δάκρυα πιο πολλά κι από τις νότες. Το κε­­­­­­φάλι μου ακόμα βουίζει. Κάποιος είχε ξοδέψει τις οικονομίες του για να αγοράσει ένα δαχτυλί­­δι, το οποίο, μετά την παρέμβαση του πατέρα της νύφης, κα­­τέληξε στο ενεχυροδανειστήριο. Ήξερα κάποιον που δεν κατάφερνε να τελειώσει μια ερωτική επιστο­­λή, πράγμα που έφτασε στα αυτιά της γυναίκας στην οποία απευθυνόταν, κι εκείνη με τη σειρά της λέγεται πως το διηγήθηκε γελώντας στον άντρα της. Ένας άλλος ερωτεύτηκε μια δεκαπεντάχρονη ποιήτρια και γέρασε απότομα. Μετά από χρόνια τον συνάντησα ξανά στο Πα­­­­­­ρίσι, είχε έρθει σε μια συναυλία μου και μετά στα πα­­­ρασκήνια. Και το περίεργο ήταν ότι όταν αγκαλιαστήκα­με, μετά από τόσα χρόνια, ήταν σαν αποχαιρετισμός. Το πρόσωπό του στο χρώμα του κα­­πνού, η φωνή του μια οκτάβα πιο χαμηλά από το κα­­­νο­­νικό, σα­­­κούλες στα μάτια του, αλλά κεφάτος. Είχε εμφανιστεί συνοδευόμενος από μια γυναίκα, μια τροφαντή Γερμανίδα, τρία μέτρα ύψος και τρία πλάτος. Είναι πλούσια, μου είπε, κι εγώ τον συνεχάρην. Μιλούσαμε ρώσικα κι εκείνη δεν μας καταλάβαινε. Πολύ πλούσια! Έμαθα πως τη συνάντησε στη γαλλική Ριβιέ­­ρα, όπου εκείνη συστηνόταν ως βαρόνη από τη Βαλτική. Εκείνος από την άλλη, με απόλυτη ειλικρίνεια, συστήθηκε ως Ρώσος συνθέτης, και την εντυπωσίασε. Της διηγήθηκε μερικά αληθινά και μερικά επι­­νοημένα γεγονότα από τη ζωή του και όταν του αποκάλυψε την αδυναμία της στο βιολί, υποσχέθηκε να γράψει ένα κονσέρτο για βιολί και να της το αφιε­ρώσει. Εκείνη σχεδόν έκλαψε από συγκίνηση. Όταν δεν ήταν πλέον εντελώς νηφάλιος, άφησε να εννοηθεί πως είχε επαφές στη Νέα Υόρκη και πως γνώριζε κάποιους από τους παγκοσμίου φήμης βιολιστές που ζούσαν εκεί, τους οποίους περιέγραψε ως φίλους του. Αυτή ήταν η αθανασία; Εκείνη έσπασε το κέλυφος ενός αστακού. Ήθελε να πάει αμέσως στο Λένινγκραντ. Ήθελε να τον γεμίσει με δώρα, όπως και έκανε. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι μια πρώτη τρυφερή νύχτα σε ένα ξενοδοχείο πολυτελείας στο Μονακό ήταν ­πλέ­­ον αναπόφευκτη. Ήταν η ευκαιρία μου, μου ψιθύρισε στο αυτί. Και αν τον πιστέψει κανείς, ο μύθος ότι οι Ρώσοι είναι ικανοί για όλα στο κρεβάτι επιβεβαιώθη­­­κε. Ξεπέρασε τον εαυτό του, άνοιξε διάπλατα τα πα­­­ρά­­­­­­θυρα πιστεύοντας πως είναι καλοκαίρι και μένει σε κά­­ποια έπαυλη στην Ιταλία που του έχει νοικιάσει η αφοσιωμένη ευεργέτιδά του – και άρπα­­­ξε ένα γερό κρυολόγημα. Το ταμπούρλο, για να μι­­­­­λήσουμε με μουσι­κούς όρους, τον φρόντιζε, στο βαθμό που εκείνος της το επέτρεπε. Ζήτησε να του φέρουν χαρτί πενταγράμμου και μολύβια. Του έλειπε όμως η έμπνευση. Το κονσέρτο για μεγάλη ορχήστρα και βιολί που είχε υποσχεθεί δεν έλεγε να πάει πέρα από την άγρια τυ­­­μπανοκρουσία με την οποία ήθελε να αρχίζει το πρώτο μέρος. Κατάφερε τελικά να γράψει, σε διάφορα νη­­σιά, το πρώτο σύντομο μέρος, ένα allegro, μιας σο­­­νά­­­­­τας για βιολί και πιάνο, κάτι ελάχιστο δηλαδή και, όπως παραδεχόταν ο ίδιος, ένα όχι πραγματικά σημαντι­­κό έργο. Επίσης δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει αν το δεύτερο μέρος σε αργό ρυθμό θα έπρεπε να είναι adagio ή andante και αποφάσισε να κάνει μια δημιουργική παύση αρκετά μεγάλης διάρκειας, η οποία διακόπηκε από έναν κολικό νεφρού. Μόλις ανάρρωσε, της παρέδω­­σε τις πρώτες του σημειώσεις, δυσανάγνωστες μουτζούρες σε μενού εστιατορίων, κι εκείνη με τη σειρά της τις τοποθέτησε σε κορνίζα.
Η τεραστίων διαστάσεων Βησιγότθη ανέχτηκε την κοροϊδία του φίλου μου με μια άγνοια που έμοιαζε με ηλιθιότητα, καθώς ήταν πολύ απασχολημένη με την προσπάθειά της να ξεφορτωθεί την περιουσία της· αφού τελείωσε με τα μαργαριταρένια κολιέ και τα κα­­πέ­­­­λα, άρχισε, μεταξύ άλλων, να συλλέγει σκουλαρίκια και μία από τις αγαπημένες της ασχολίες ήταν να μένει ξαπλωμένη στο κρεβάτι, το οποίο δεν εγκατέλειπε ποτέ πριν το μεσημέρι, κι εκείνος να της κάνει μασάζ στην κοιλιά, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ήταν αηδιαστική στην υφή, σαν «ζαχαρωμένο μέλι».
Υπάρχει άραγε εξήγηση για όσα κάνουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας – κι αν υπάρχει εξήγηση, υπάρχει κά­­ποια τεχνική για να σωθούμε απ’ αυτά;
Δεν θα έπρεπε να μιλάω έτσι, έλεγε απολογούμε­­νος, εγώ είμαι που δεν αξίζω τίποτα, όχι εκείνη. Τι φταίει εκείνη που εγώ δεν αξίζω τίποτα ως συνθέτης; Όταν με ρωτάει αν τη βρίσκω γοητευτική, συγκρατιέ­­μαι για να μην κοκκινίσω. Δύσκολο να το πιστέψει κα­­­νείς, αλλά έχει και χιούμορ, κυρίως όταν πίνει. Αν σου πέφτω χοντρή ή γριά, πάρε με μισοτιμής! Τουλάχιστον αυτό πιάνει ακόμα!
Όπως είναι προφανές, εκείνη είχε το γενικό πρόσταγμα και σε όλα τα υπόλοιπα. Του έμαθε τρόπους, τον έντυσε ακολουθώντας περισσότερο το δικό της γούστο παρά το δικό του, του έμαθε να αφήνει γενναιό­δωρο φιλοδώρημα, να ξυρίζεται δύο φορές τη μέρα και να μη φτύνει στο μαντίλι του όταν κάθονταν στο τραπέζι. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως, μετά τα δύ­­σκολα χρόνια που είχε περάσει, ο Ζαγκούρσκι ήταν προς το παρόν ασφαλής. Ο Ζαγκούρσκι ή αλλιώς Λεονίντ Αντρέγιεβιτς Ζαγκούρσκι, όπως ήταν το πλήρες όνομά του γραμμένο στην κάρτα του, ζούσε τη ζωή ενός μπον βιβέρ, χωρίς ιδιαίτερη όρεξη πλέον και με όλο και πιο ασταθή και κλονισμένη υγεία. Η αρχική του ορμή, εκείνη που τον είχε κάνει να πιστέψει πως σκηνοθετούσε μια κωμωδία, όπου ήταν ο πρωτα­­γω­­­νιστής και έλεγε τις ατάκες και όπου η αυλαία σηκωνόταν ή έπεφτε ανάλογα με τη διάθεσή του, ανή­­κε πλέον στο παρελθόν. Στα παρασκήνια καραδοκού­­σε η τραγωδία.
Όλο και πιο συχνά αναρωτιόταν: Γιατί το κάνω αυτό;
Δεν κατάφερνε να παραδεχτεί την αλήθεια, όλη την αλήθεια για την πλήρη απουσία έμπνευσης – αλλά και για το πόσο αγαπούσε τη χορτόσουπα και το χα­­­­­­­­­­μο­­­­­μή­­­­­λι. Κάθε φορά που σκεφτόταν πόσο αδιέξοδη ήταν η κατάστασή του, πόσο ανούσια η ύπαρξή του, πό­­σα ψέματα έλεγε από ματαιοδοξία αλλά κυρίως από απελπισία, από το πρωί μέχρι το βράδυ, σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, τον έλουζε κρύος ιδρώτας. Οι διαγνώσεις των γιατρών, τους οποίους εκείνος επισκεπτόταν (και εκείνη πλήρωνε), ήταν σαφείς. Τα έχω και γραπτώς. Η προσωπική μου παρακμή φαίνεται αναπόφευκτη, παλιέ καλέ μου φίλε.
Με πιάσανε τα γέλια. Και τι δεν έχω κι εγώ γραπτώς.
Τους έκανα κομπλιμέντα, δεν ήθελα να πληγώσω τον φίλο μου. Όμως τον λυπόμουν. Ένας χαμένος Ρώσος, ένας ακόμη, που δεν ξέρει τι να κάνει, που θέ­λει να εντυπωσιάσει τον κόσμο με τις δυνάμεις του. Εμέ­­­να όμως, τον παλιό του φίλο, δεν μπορούσε να με κο­­ροϊδέψει. Αντί να τον δυναμώσει, ο ήλιος τον είχε στεγνώσει. Πλησίαζε το τέλος του και έδειχνε να μην αντιστέκεται. Ανίκανος να σταθεί στα πόδια του, κρατήθηκε από μένα, που ήμουν ακόμα ιδρωμένος και φορούσα το φράκο μου, σαν να επρόκειτο να πέσει.
Όλα αυτά τα καταλάβαινα πολύ καλά. Το να πρέπει να συμπαθήσεις ανθρώπους τους οποίους απεχθάνεσαι θέλει προσπάθεια. Όπως επίσης και το να υπηρετείς μια γυναίκα. Να είσαι υποχρεωμένος να αντέχεις κάθε βράδυ την κατανάλωση σαμπάνιας σε μεγάλες ποσότητες. Και μετά τα μεσάνυχτα, τη στιγμή που εκείνη ρίχνει μια φράουλα μέσα στο ποτήρι της σα­­μπάνιας της, να αναρωτιέσαι πώς καταφέρνεις ακό­­μα να στέκεσαι στα πόδια σου.
Ο Ζαγκούρσκι τράβηξε τα μαλλιά του, που ήταν ακόμα πυκνά και κατάμαυρα. Αχ, θεοί της νιότης μου! Αχ, Σαμάρα, πόλη των παιδικών μου χρόνων! Αχ, ευτυχία μου χαμένη! Δεν έχω πια χρόνο για δουλειά. Δεν έχω καν χρόνο για ξεκούραση, για να καθίσω σε μια κα­­ρέκλα και να μη σκέφτομαι τίποτα.
Μια φορά κι έναν καιρό, φίλε μου, είπα.
Όλα ήταν μια φορά κι έναν καιρό, είπε εκείνος, η ζωή, το γέλιο, η διασκέδαση με τις γυναίκες. Πέρασαν όλα, πάνε. Ανέφερε ονόματα, ονόματα φίλων. Τι απέγιναν;
Πεθαίνουν.
Θα σου κρατήσω κι εσένα, Ζαγκούρσκι, ένα φτυαράκι, σκέφτηκα. Δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ, όχι πάνω σε τούτη τη γη.
Θυμάσαι; Όλοι ασχολούμασταν με τη μουσική, γράφαμε νότες, παίζαμε, μόνοι, μαζί, ο ένας με τον άλλον, ο ένας πάνω από τον άλλον, ο ένας ενάντια στον άλλον, μόνοι μας ή δημόσια. Τσακωνόμασταν. Ήταν άνοιξη. Έβρεχε συχνά, πράγμα που εδώ συμβαίνει σπάνια. Δεν βρέχει αρκετά εδώ. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς βροχή. Πνίγομαι χωρίς βροχή. Πήρε κά­­ποιες από τις παρτιτούρες που ήταν πάνω στο πιάνο, τις χάιδεψε με τα δάχτυλά του και τον είδα να γυρίζει από την άλλη για να κρύψει τα μάτια του που είχαν σχεδόν γεμίσει με δάκρυα. Δουλεύαμε σαν σκυλιά κι έτσι νιώθαμε πως κερδίζαμε με την αξία μας τις χαρές που έφερναν εκείνες οι ατέλειωτες νύχτες. Και σήμερα;
Εγώ πάντως, απάντησα, μετά τις βραδινές ειδή­­σεις πάω κατευθείαν για ύπνο.
Ο Σουβόριν γνέφει στον σερβιτόρο και ζητά ένα ποτήρι νερό. Βγάζει από την τσάντα του ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε – πέντε μικρά πολύχρωμα χάπια, σαν μια μικρή οικογένεια, τα κλείνει στην παλάμη του και τα κοιτάει για ώρα. Όσο χρωματιστά κι αν είναι, δεν θα με σώσουν.