| ISBN | 978-618-5926-17-5 |
|---|---|
| Σελίδες | 176 |
| Σχήμα | 12 × 1.1 × 20 cm |
| Τιμή | Original price was: €14.40.€12.96Η τρέχουσα τιμή είναι: €12.96. |
| Κυκλοφορία | Φεβρουάριος 2026 |
| Έκδοση | 1η |
| Επιμέλεια | Κώστας Σπαθαράκης, Εύα Πλιάκου |
| Σχεδιασμός εξωφύλλου | thinking |
Όλα τα δέντρα
της Μαρίας Φακίνου
discount10percent, ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΜια γνωριμία σε ένα πάρτι που θα γίνει ένα φλερτ που θα γίνει μια πτώση που θα γίνει μια σχέση που θα γίνει μια εκδρομή που θα γίνει ένα αρχείο που θα γίνει ένα βιβλίο που θα γίνει ένας τρόπος να σκεφτούμε την επιθυμία, την προσέγγιση και την απόσταση, το χωρισμό, την ανάμνηση, την αφήγηση. Αυτή η σημερινή ερωτική ιστορία, που είναι όλες οι σημερινές ερωτικές ιστορίες, αποτυπώνει με πάθος την εσωτερική ζωή της ηρωίδας, διερευνά τις συναισθηματικές αλλά και τις γλωσσικές μετατοπίσεις που συνδέονται με τον έρωτα, και πιέζει την πληγή μέχρι να πονέσει.
* Κυκλοφορεί Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου.
1.
Βράδυ προπαραμονής Χριστουγέννων, και μια γυναίκα περπατά στο αριστερό πεζοδρόμιο της Ασκληπιού. Ακούει τα μαύρα της μποτάκια που χτυπάνε στο πλακόστρωτο καθώς στρίβει στη Διδότου και κοντοστέκεται. Λυκαβηττό ή δεξιά στο πάρκινγκ που μένει ανοιχτό όλο το εικοσιτετράωρο; Αποφασίζει Λυκαβηττό και, μετά από μερικά βήματα, αλλάζει γνώμη και στρίβει απότομα, ο αστράγαλος μέσα στο αριστερό μποτάκι γυρίζει, χάνει την ισορροπία της και πέφτει στο πεζοδρόμιο χτυπώντας το δεξί της γόνατο. Μια κόκκινη κηλίδα απλώνεται σιγά σιγά μέσα από την τρύπα που άνοιξε η πτώση της στο παντελόνι. Ένας πίνακας του Μάικλ Άντριους της έρχεται στο μυαλό, από ένα άρθρο εφημερίδας για μια αναδρομική του έκθεση στην Tate του Λονδίνου, που δείχνει έναν άντρα με σκούρο κουστούμι να πέφτει στο δρόμο ενώ λίγο παράμερα στέκεται μια γυναίκα σε παράξενη στάση, σαν να κρυφογελάει κρατώντας με τα χέρια το πρόσωπό της. Τον πίνακα τον θυμάται ακόμα και της έρχεται τώρα στο μυαλό επειδή της είχε κάνει εντύπωση η λεζάντα-σχόλιο του συντάκτη: «Ο κύριος που πέφτει προσπαθεί να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του».
Δύο χρόνια αργότερα, η γυναίκα που έχει πέσει γυρίζοντας από ένα χριστουγεννιάτικο πάρτι, επιστρέφει με ένα αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού μαζί με τον άντρα που γνώρισε στο πάρτι το βράδυ που έπεσε, από την ορεινή Κορινθία όπου βρίσκεται το εξοχικό της, ένα μήνα μετά την κακοκαιρία Ντάνιελ. Η γυναίκα είναι συγγραφέας και στη διαδρομή αυτή περιγράφει στον άντρα που οδηγεί και είναι δημοσιογράφος ένα θέμα για βιβλίο, ένα θέμα ακατέργαστο ακόμα το οποίο παίρνει μορφή όσο εκείνη το αναπτύσσει από τη θέση του συνοδηγού στη θέση στα αριστερά της, για ένα ζευγάρι με ένα παιδί και ένα σπίτι στην εξοχή που καταστράφηκε από την κακοκαιρία. Μια ιστορία για την απώλεια, λέει. Εκείνος δεν έχει καταλάβει ή δεν αφήνει να φανεί ότι έχει καταλάβει πως αυτό το υπό διαμόρφωση θέμα θα είναι μια αφήγηση της δικής τους σχέσης, δεν έχει καταλάβει ότι μέσα από αυτή την ιστορία θα δει την κοινή τους ιστορία που ξεκίνησε με μια πτώση, διατυπωμένη με λέξεις πλέον, όχι εμπειρικά, κι ότι, κυρίως, θα δει τη γυναίκα που κάθεται τώρα δίπλα του στο αυτοκίνητο και μιλάει, όπως θα δει και την κοινή τους ιστορία, μέσα από τα μάτια και τα χέρια της γυναίκας που γράφουν και άρα μπορούν να διαστρεβλώνουν και να παραποιούν και να μεταμορφώνουν όσο αυτά θέλουν την κοινή τους ιστορία. Ο άντρας που οδηγεί δεν ξέρει ότι αυτή ακριβώς τη στιγμή η γυναίκα γίνεται η οδηγός ενός οχήματος χωρίς πινακίδες και με μεικτό βάρος.
2.
Το χέρι της σηκώνεται και αγγίζει τα φύλλα μιας νεραντζιάς καθώς περνά από κάτω της στρίβοντας στον μικρό πεζόδρομο του πάρτι στα όρια Εξαρχείων και Κολωνακίου. Κοντοστέκεται αμήχανη παρατηρώντας τον κόσμο, μετρώντας με το βλέμμα γνωστούς κι αγνώστους. Αργότερα θα παρατηρήσει τον άντρα που, αμήχανος κι αυτός, πλησιάζει μέσα από τον κόσμο την παρέα όπου στέκεται εκείνη, και μια κοινή φίλη θα τους συστήσει λέγοντας στη συνέχεια ότι η γυναίκα (Μαρίνα Λιοντήρη) έχει μόλις παραδώσει το βιβλίο της και ότι θα εκδοθεί μες στην επόμενη χρονιά. Ο άντρας (Πέτρος Χατζημιχαήλ) αμέσως φανερώνει ενδιαφέρον για το θέμα του βιβλίου της, ένας βασανιστής της χούντας και η σχέση του με την κόρη του, και τη ρωτά για τις πηγές της, από πού άντλησε υλικό. Εκείνη ξέρει, χωρίς να ξέρει πώς έχει αυτή τη γνώση, ότι σε αυτή τη στιγμή της γνωριμίας τους ένας τρόπος για να κρατήσει την προσοχή του είναι μέσα από τις απόψεις και τις ιδέες που θα διατυπώσει και ό,τι λέει εκείνο το πρώτο βράδυ, και για πολλά ακόμα πρώτα βράδια μεταξύ τους, έχει ως στόχο, πέρα από τα αυτιά και τα μάτια του, τον εγκέφαλο του άντρα, όπου φιλτράρονται όλες οι πρώτες πληροφορίες και εμπειρικά, διαισθητικά, ασυνείδητα, μετατρέπονται σε ενδιαφέρον, σε επιθυμία.
Δέκα λεπτά αργότερα εκείνος συνειδητοποιεί ότι έχουν βρεθεί ξανά με αυτή τη γυναίκα, πάλι σε ένα χώρο με πολύ κόσμο, δύο πρόσωπα μέσα στο πλήθος, όταν η Μαρίνα αναφέρει ότι, τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ξεκινώντας εκείνη να γράφει το βιβλίο, είχε παρακολουθήσει μια εκδήλωση αφιερωμένη στο βιβλίο-έρευνα του Πέτρου Πικρού για τις συνθήκες κράτησης στις ελληνικές φυλακές έτσι όπως τις κατέγραψε σε άρθρα του στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος το 1926. Το κινητό του χτυπά εκείνη τη στιγμή και απομακρύνεται ζητώντας πρώτα συγγνώμη, η κοινή φίλη τούς έχει αφήσει μόνους να μιλήσουν, και η γυναίκα ανάβει τσιγάρο και καπνίζει κοιτάζοντας γύρω της τον κόσμο όσο περιμένει τον άντρα να επιστρέψει. Η κόρη μου, λέει εκείνος επιστρέφοντας. Πόσο είναι; Έντεκα χρονών. Εσύ, τη ρωτάει, έχεις παιδιά; Δεν έχει παιδιά, έχει όμως έναν σύντροφο, μια σχέση, πέντε χρονών, ο άντρας της σχέσης δεν είναι τώρα στο πάρτι αλλά θα περάσουν μαζί την Πρωτοχρονιά, και μαζί με τον γιο του, δεκαεφτά χρονών, σε ένα σπίτι φίλων που έχει θέα την Ακρόπολη και τα βεγγαλικά. Η Μαρίνα θα φτιάξει συκωτάκια πουλιών με μπασμάτι, κουκουνάρι και κάστανο και θα το πάει στο σπίτι των φίλων μέσα σε πυρίμαχη πιατέλα με γαλάζια και χρυσαφιά μπορντούρα, αλλά αυτά δεν τα λέει στον άντρα.
Ήμουν κι εγώ εκεί, λέει τώρα εκείνος, ήταν ένας από τους ομιλητές. Την εκδήλωση η Μαρίνα τη θυμόταν, θυμόταν την αίθουσα με το υπερυψωμένο προεδρείο και την ηθοποιό που διάβασε αποσπάσματα και μια γυναίκα μπροστά της που έβηχε νευρικά, όμως τον άντρα δεν τον θυμόταν. Είχε φύγει στη μέση και ίσως εκείνος να είχε μιλήσει μετά, γι’ αυτό δεν τον είδε. Στο μυαλό της έρχεται ένα ποίημα της Σιμπόρσκα: Νομίζουν πως αφού δεν γνωρίζονταν από πριν / ποτέ τίποτα μεταξύ τους δεν είχε συμβεί. Τι λεν όμως γι’ αυτό οι δρόμοι, οι σκάλες, οι διάδρομοι / όπου από καιρό μπορεί να προσπερνούσαν ο ένας τον άλλον; Η γυναίκα πιστεύει πολύ σε αυτό, στις χρονικότητες του τυχαίου, γι’ αυτό και, σκέφτεται τώρα, γνωρίζει απόψε αυτόν τον άντρα και όχι πριν τέσσερα χρόνια. Όλα αυτά δεν τα λέει τώρα στον άντρα, όμως αρκετούς μήνες μετά θα του διαβάσει το ποίημα της Σιμπόρσκα στην κουζίνα του σπιτιού της, ενώ τακτοποιώντας μια μέρα το αρχείο της θα βρει το δελτίο τύπου της εκδήλωσης που έχει στο περιθώριο γραμμένες με στυλό άσχετες με το θέμα της συζήτησης σημειώσεις και θα δει εκεί τυπωμένα το ονοματεπώνυμο και την επαγγελματική ιδιότητα του άντρα. Θα το φωτογραφίσει και θα το στείλει με μήνυμα στο κινητό του ως αποδεικτικό αυτής της χρονικότητας.
Εκείνος λέει τώρα, ενώ σκέφτεται πόσο δεν θέλει, πόσο ενδιαφέρουσα βρίσκει αυτή τη γυναίκα που καπνίζει νευρικά, ότι πρέπει να φύγει, έχει να πάει σε μια παράσταση. Τι θα δείτε, τον ρωτά, και από μέσα της αναρωτιέται αν αυτή η αβίαστη χρήση του πληθυντικού στον οποίο η ίδια κατέφυγε, κρίνοντας εμπειρικά ότι τις παραστάσεις τις παρακολουθείς συνήθως με συντροφιά, αφορά μια γυναικεία συντροφιά, μια άλλη γυναίκα, και τι μπορεί να σημαίνει αυτή η άλλη γυναίκα για τον άντρα που μόλις γνώρισε, κι εκείνος απαντά, Το Κομμώτριες-Μεταπολίτευση. Η Μαρίνα λέει ότι δεν έχει δει ακόμα την παράσταση αλλά έχει κλείσει θέσεις για την ερχόμενη εβδομάδα και αναρωτιέται από μέσα της αν αυτή η σύμπτωση που αφορά κάτι που δεν έχει γίνει ακόμα εμπίπτει σε αυτό που περιγράφει στο ποίημα η Σιμπόρσκα. Ο άντρας μοιάζει να μην έχει προσέξει τον πληθυντικό της Μαρίνας, επειδή βρίσκει στην απάντησή της την αφορμή ή το πρόσχημα για να δώσει συνέχεια στη γνωριμία τους λέγοντας, Να μου πεις πώς σου φάνηκε μόλις ξαναβρεθούμε, και φεύγει μετά από λίγο χωρίς να ανταλλάξουν τηλέφωνα, χωρίς να της δώσει το χέρι, σίγουρος κι αυτός για τις χρονικότητες του τυχαίου, αφού κοντοσταθεί πρώτα για μια στιγμή για να τη χαιρετήσει κοιτάζοντας καλά καλά το πρόσωπό της.
Θα τον δει να ανοίγει δρόμο μέσα από τον κόσμο του πάρτι, θα προσέξει το σακίδιο στους λεπτούς ώμους του, τα χέρια στις τσέπες του σκούρου παλτού, τα κοντά μελαχρινά μαλλιά που αγκαλιάζουν ένα κεφάλι που της φαίνεται πανέμορφο και αρμονικό σε αναλογίες και σχήμα, αλλά θα τον χάσει ξαφνικά από τα μάτια της επειδή μια άγνωστη θα σταθεί μπροστά της ζητώντας φωτιά και θα πιάσουν την κουβέντα. Λίγη ώρα αργότερα, φεύγοντας κι εκείνη, θα γλιστρήσει στο δρόμο καθώς θα φαντάζεται πώς θα είναι να αγκαλιάζει αυτό το κεφάλι και να χαϊδεύει τα μαλλιά του άντρα, την υφή τους στην παλάμη της, και θα πέσει χτυπώντας το γόνατό της. Όταν βρει το αυτοκίνητό της κοντά στο πάρκινγκ που μένει ανοιχτό όλο το εικοσιτετράωρο, θα καθίσει στη θέση του οδηγού κλείνοντας όλες τις ασφάλειες και θα βάλει δείκτη και μέσο του δεξιού χεριού μέσα από την τρύπα που άνοιξε η πτώση της για να πιέσει την πληγή μέχρι να πονέσει.


