Προσφορά!

Η σεζόν

της Κωνσταντίνας Τσουκαλά-Σταθάκη

, ,

Ποιος είναι αυτός που κάθεται δίπλα σου στο πλοίο; Ποιοι είναι αυτοί που στριμώχνονται στην αίθουσα αναμονής ενός αεροδρομίου; Οι ερωτήσεις αυτές δεν έχουν προφανείς απαντήσεις. Γιατί οι άνθρωποι ταξιδεύουν και μετακινούνται για πολλούς διαφορετικούς λόγους, για δουλειά, για αναζήτηση δουλειάς, για ξεκούραση, για σπουδές ή απλά για να γυρίσουν σπίτι. Το μόνο σίγουρο είναι πως στα ελληνικά λιμάνια ή στα αεροδρόμια, με το που πιάνει η άνοιξη ξεκινάνε να συνωστίζονται, ανάμεσα στους τουρίστες, οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες που φεύγουν για σεζόν. Η σεζόν είναι μια ειδική και αχαρτογράφητη πραγματικότητα και το μοναδικό αποτύπωμα που έχουμε για εκείνη είναι αυτό που μετριέται στα στοιχεία του ΑΕΠ. Η Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη μας βοηθάει να καταλάβουμε πως η σεζόν είναι μια πολύπλοκη εργασιακή εμπειρία, ένα κοινό βίωμα για όλους όσους ψάχνουν δουλειά από μικροί, το οποίο όμως είναι ικανό να αποκαλύψει την κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας και, τελικά, να μας μάθει να αναγνωρίζουμε πόσο ίδιοι και πόσο διαφορετικοί είναι οι άνθρωποι που στριμώχνονται στα πλοία.

Εκκαθάριση

η συγγραφέας

Τσουκαλά-Σταθάκη Κωνσταντίνα

Η Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη γεννήθηκε το 1992 στο Καματερό Αττικής όπου και μεγάλωσε. Έχει καταγωγή από την ορεινή Ζάκυνθο. Έχει ολοκληρώσει τις σπουδές της στη Νομική Αθηνών και στο MBA Tourism Management του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Εργάζεται στον τουρισμό από το 2016 και είναι μέλος του Συνδικάτου Επισιτισμού Τουρισμού Αττικής.

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

Η δουλειά στη σεζόν είναι μια καθαρή κοινωνι­­κή εμπειρία της εργατικής τάξης. Συχνά κοιμάσαι με πολύ κόσμο, με συναδέλφισσες ή συναδέλφους από άλλα μαγαζιά, τρώτε όλοι μαζί, συνεννοείστε για όλα τα ζητήματα της καθημερινότητας. Ξεκινάς να κοινωνικοποιείσαι από το μηδέν, έχοντας ως δεδομένο μονάχα τις παραδοχές που έχουν κάνει οι άλλοι για σένα· έχεις μόνο τη θέση σου στη δουλειά, το φύλο και τη φυλή σου, με αυτά πορεύεσαι και κοινωνικοποιείσαι στην αρχή. Και όσο συλλογική κι αν είναι όταν συμβαίνει, τόσο μοναχική είναι όταν τελειώνει, κλείνεις το σπίτι όπου έμενες και γυρίζεις στην Αθήνα, για να ανακαλύψεις ότι όλους αυτούς τους συναδέλφους που εκτίμησες κατά τη διάρκεια της δουλειάς ή έστω τους συμπάθησες και υποσχεθήκατε να τα ξαναπείτε τον χει­­­μώνα, δεν θα τους ξαναδείς, εκτός αν δουλέψεις ξανά σεζόν. Παράλληλα έχεις χάσει τους φίλους σου, βλέπεις τις διακοπές τους από τα στόρι και μιλάς καμιά φορά στο τηλέφωνο, αλλά στην πραγματικότητα όταν επιστρέφεις είναι συχνά άλλοι άνθρωποι. Νιώθεις ότι η ζωή σου στη σεζόν δια­γράφει έναν ετήσιο κύκλο, ενώ οι ζωές των άλλων, των φίλων σου, έχουν μια σπειροειδή κίνηση, κάνουν κύκλους αλλά προχωράνε. Πέντε και έξι μήνες είναι αρκετός καιρός, όσων χρονών κι αν είσαι.
Στη σεζόν, η οικειότητα και η απόκτησή της δια­γράφει κι αυτή τη δική της πορεία, τόσο στις φιλικές σχέσεις όσο και στις ερωτικές. Για τους ανθρώπους που γνωρίζεις την πρώτη μέρα, ξέρεις από την ίδια εβδομάδα όλες τις συνήθειές τους, τι ώρα ξυπνάνε, τι ώρα δουλεύουν, τι ώρα κοιμούνται, τι φάγανε, με ποιους κάνουν παρέα, ποιους συμπαθούν και ποιους όχι. Η δημιουργία πραγματικών σχέσεων είναι δύσκολη και συγχρόνως εύκο­­λη, γιατί δεν ξέρεις αν μπορείς να εμπιστευτείς έναν συνάδελφο που μόλις γνώρισες, όμως η κοινή καθημερινότητα εισβάλλει ­βίαια στις ζωές και των δύο. Υπάρχουν σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί πριν τη σεζόν και συχνά θα δεις σε μια αγγελία αναζήτησης εργασίας «Ζευγάρι ψάχνει καλοκαιρινή εργασία (σερβιτόρος-καμαριέρα)». Για αυτούς λέμε ότι «ήρθαν πακέτο», και έχουν δημιουργήσει ήδη τη μικρή φούσκα επιβίωσης μέσα στην καλοκαιρινή τρέλα. Γιατί είναι πραγματικά σημαντικό να ξέρεις ότι την ώρα που θα κλείσεις την πόρτα του δωμα­τίου όπου μένεις, μπορείς να γκρινιάξεις χωρίς φίλτρο, απενοχοποιημένα, για τον συνάδελφο της βάρδιας ή του άλλου τμήματος, χωρίς τη δεύτερη σκέψη του ποιος είναι αυτός που στέκεται απέναντι σου.
Ωστόσο υπάρχουν και οι σχέσεις που δημιουργούνται από το μηδέν, στηριγμένες σε μικρά άλματα πίστης, μια γρήγορη εμπιστοσύνη που δεν θα έβρισκες αν δεν δούλευες σεζόν. Κίνητρό της είναι η επιτακτική ανάγκη για δημιουργία μιας σφαίρας οικειότητας, μιας ιδιωτικής ζωής ικανής να σε βγάλει από τη ρουτίνα βάρδια-διάλειμμα-βάρδια-δωμάτιο. Ποιος δεν θέλει να έχει κάτι να περιμένει στη μέση του σπαστού ωραρίου ή το βράδυ μετά τη δουλειά; Συχνά, ειδικά οι ερωτικές σχέσεις που αναπτύσσονται στη σεζόν, καλύπτονται και από μια μυστικότητα, όσο αυτή μπορεί να διατηρηθεί, για να προφυλαχθούν αυτά τα πρώτα βήματα από τα μάτια και τα στόματα των υπολοίπων, οι οποίοι,­­ όχι αναγκαστικά καλοπροαίρετα, ψάχνουν κάτι νέο να συζητήσουν για να σπάσουν και τη δική τους ρουτίνα. Ίσως και αυτή να αποτελεί μια βασική διαφορά ανάμεσα στη σεζόν και τις διακοπές. Όταν είσαι διακοπές, ως τουρίστας δηλαδή σε ένα μέρος, μια καλοκαιρινή περιπέτεια είναι κάπως ­θυελλώδης, τη ζεις έντονα και παντού, χωρίς να σε νοιάζει ο περίγυρος, και κάνει το γύρο της με κέντρο την ξεγνοιασιά. Στη σεζόν, η σύνδεση είναι πιο βαθιά, πιο ουσιαστική, γιατί χαρακτηρίζεται και αυτή από τη ζωή που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε, οπότε αντί για την ξεγνοιασιά, στο κέντρο της είναι η διατήρηση του ίδιου σου του εαυτού.
Πρέπει να βάλουμε μια υποσημείωση εδώ, που θα μας φανεί χρήσιμη στη συνέχεια. Συχνά, όταν λέμε σεζόν σκεφτόμαστε αποκλειστικά την εστίαση. Κι αυτό είναι λάθος. Σεζόν κάνουν οι μετανάστες και οι μετανάστριες που έρχονται στην Ελλάδα με ειδικές συμφωνίες από τα Βαλκάνια, την Αφρική και την Ασία για να δουλέψουν λάντζα, σε αποθήκες και αγροτικές δουλειές ή όλα αυτά μαζί. Σεζόν κάνουν σαραντάχρονες καθαρίστριες και πενηντάρηδες μάγειρες που φτάνουν από την Κόνιτσα στη Ζάκυνθο κι αφήνουν έξι μήνες την οικογένεια και τα παιδιά τους με μεγάλο κόστος και άπειρες δυσκολίες. Το 2012 που ξεκίνησα εγώ, ξεκίνησαν και πολλοί άλλοι με διαφορετική ηλικία, διαφορετική αφετηρία και χωρίς καμιά φαντασίωση για καλά λεφτά μακριά από την πόλη και κοντά στη θάλασσα. Είχαν μόνο τον καταναγκασμό, δεν μπορούσαν να απολαύσουν σχεδόν τίποτα απ’ όσα σου δίνει παρεμπιπτόντως η δουλειά σε ένα νησί, παρά μόνο περίμεναν να πάρουν ένα τηλέφωνο την οικογένειά τους πριν κοιμηθούν. Γι’ αυτούς, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι για μένα, η απόσταση της κυκλικής με τη σπειροειδή ζωή ήταν πραγματικά βάναυση: η σεζόν έκοβε βίαια σε δύο ανταγωνιστικά μέρη την ίδια τους την οικογένεια. Η οικονομική επιβίωση της οικογένειας, οι προσταγές που γεννά ένα κοινό νοικοκυριό και οδηγούν κάποιον να διασχίσει ηπείρους για να βρει μια δουλειά, επιτίθενται στις σχέσεις οικειότητας και αγάπης που οδήγησαν δύο ανθρώπους στο να σχηματίσουν μια οικογένεια. Μια βία που συνήθως αντιμετωπίζεται με ατελείωτες βιντεοκλήσεις και τηλεφωνήματα. Ολοι έχουμε ακούσει κάποιον μέσα σε ένα ΚΤΕΛ, σε ένα πλοίο ή κρυμμένο στα σκαλιά της εξόδου κινδύνου να μιλάει με πάθος σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνουμε. Αυτό κάνει: διασώζει την οικειότητα, τη συντροφικότητα και την αγάπη που του στερεί η δουλειά του.