| ISBN | 978-618-5926-19-9 |
|---|---|
| Σελίδες | 160 |
| Σχήμα | 16.5 × 1 × 20 cm |
| Τιμή | Original price was: €11.00.€9.90Η τρέχουσα τιμή είναι: €9.90. |
| Κυκλοφορία | Μάρτιος 2026 |
| Έκδοση | 1η |
| Επιμέλεια | Χρήστος Κρυστάλλης, Κώστας Σπαθαράκης, Εύα Πλιάκου |
| Σχεδιασμός εξωφύλλου | thinking |
| Εισαγωγή | Χρήστος Κρυστάλλης |
Το ρεπορτάζ
της Ελίζας Τριανταφύλλου
discount10percent, ΔΟΚΙΜΙΟ, ΜΑΡΤΥΡΙΕΣΈνας κρεοπώλης σε σουπερμάρκετ και ένας εργαζόμενος σε κατάστημα κινητής τηλεφωνίας με χαρτζιλίκι από την ΕΥΠ, επιχειρηματίες από την Ελλάδα, το Ισραήλ και τη Βόρεια Μακεδονία, υψηλόβαθμα στελέχη μυστικών υπηρεσιών, παραστρατιωτικές οργανώσεις από το Σουδάν, στελέχη της ΕΥΠ που εκπαιδεύονται στις νέες τεχνολογίες, έμποροι όπλων που λειτουργούν ως μεσάζοντες για την πώληση κακόβουλων λογισμικών και μικροβιολόγοι που κάνουν ελέγχους για την covid-19. Όλοι αυτοί δεν πρωταγωνιστούν στο αστυνομικό μυθιστόρημα που όλοι θα θέλαμε να διαβάσουμε. Η Ελίζα Τριανταφύλλου διασταυρώνεται μαζί τους κατά τη διάρκεια ενός ρεπορτάζ που, καθώς ξετυλίγεται, μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα τη δομή της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα αλλά και τη δομή του ελληνικού κράτους. Κι αν μόνο η αντίσταση αποκαλύπτει την εξουσία, το ρεπορτάζ της Τριανταφύλλου και των συναδέλφων της αντιστέκεται σε όσα ένα κράτος θέλει να γίνονται στο σκοτάδι και σε μια δημοσιογραφία που επιτρέπει στο σκοτάδι να μένει σκοτεινό.
[…] Στις 17 Νοεμβρίου 2022 είχαμε κάνει με τον Τάσο ένα ημερήσιο ταξίδι στη Βόρεια Μακεδονία. Ο στόχος μας ήταν να συναντήσουμε κάποιους συναδέλφους που ερευνούσαν κι εκείνοι την υπόθεση των κατασκοπευτικών λογισμικών. Πετάξαμε πολύ πρωί από Αθήνα για Θεσσαλονίκη, νοικιάσαμε ένα αυτοκίνητο για να οδηγήσουμε μέχρι τα σύνορα, από εκεί φτάσαμε με ταξί σε ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά, συναντήσαμε σε ένα εστιατόριο τους συναδέλφους, φάγαμε, ανταλλάξαμε πληροφορίες και έγγραφα, συμφωνήσαμε πως θα συνεργαστούμε. Στη συνέχεια πήραμε πάλι ταξί, μας πήγε στα σύνορα, τα περάσαμε πεζοί, πήραμε το αυτοκίνητο που είχαμε νοικιάσει και οδηγήσαμε μέχρι το αεροδρόμιο, πήγαμε στην αναμονή και περιμέναμε να πάρουμε την τελευταία πτήση για Αθήνα.
Προσέχαμε πολύ τα προσωπικά μας αντικείμενα σε όλη τη διαδρομή. Δεν είχαμε και πολλά, από μία τσάντα πλάτης. Κάποια στιγμή έπρεπε να φορτίσουμε τα κινητά μας. Πήγαμε λοιπόν σε ένα χώρο του αεροδρομίου λίγο πριν τον τελικό έλεγχο, τοποθετήσαμε τις τσάντες μας ανάμεσα στα πόδια μας και τον τοίχο, κοντά σε δύο πρίζες, έτσι ώστε να έχουμε διαρκή επαφή μαζί τους και βάλαμε να φορτίσουμε τα κινητά μας. Κάποια στιγμή λέω στον Τάσο να έχει το νου του και στα δικά μου πράγματα για να πάω στην τουαλέτα. Επέστρεψα μετά από πέντε λεπτά. Κοιτάζω τον Τάσο, με κοιτάζει κι αυτός, τη στιγμή εκείνη καταλαβαίνει πως η τσάντα του έχει χαθεί. «Δεν βρίσκω την τσάντα μου», μου λέει.
Μιλήσαμε με την αστυνομία του αεροδρομίου και όταν γυρίσαμε στην Αθήνα πήγαμε να δούμε τι έγινε από τις κάμερες. Όσο έλειπα, λοιπόν, μια γυναίκα είχε πλησιάσει τον Τάσο και του είχε ζητήσει να φορτίσει το κινητό της. «Δεν έχω μπαταρία, δεν έχω εκτυπώσει το boarding pass και θα χάσω την πτήση μου, αν δεν φορτίσω», του είπε στα αγγλικά. «Να φορτίσω λίγο το κινητό μου;» Ο Τάσος έσκυψε για να βγάλει το κινητό του από την πρίζα, για να μπορέσει να φορτίσει εκείνη. Όσο συνέβαινε αυτό, όπως είδαμε στις κάμερες, ένας τύπος, με μάλλινο σκουφί σε μία ζεστή μέρα και μάσκα Κ-95 που έκρυβε τα χαρακτηριστικά του, πέρασε και πήρε την τσάντα του Τάσου πίσω από την πλάτη του.
Με σόκαρε όλο αυτό. Μπήκαμε στη διαδικασία να σκεφτούμε τι μας είχαν πάρει. Ανακουφιστήκαμε μόνο όταν συνειδητοποιήσαμε πως δεν του έχουν πάρει το πορτοφόλι άρα ούτε την ταυτότητά του ή τα κλειδιά του σπιτιού του, γιατί έπρεπε να πετάξουμε σε λίγη ώρα, αλλά και πάλι, ήταν ίσως η μοναδική στιγμή που νιώσαμε μια φυσική απειλή, μια σκληρή παραβίαση του προσωπικού μας χώρου. Το μόνο που τελικά μας προβλημάτισε είναι πως ο Τάσος εκτός από το λάπτοπ του είχε στην τσάντα του κάποια σημειωματάρια στα οποία είχε γράψει τις διαδρομές που έκανε ένα αεροπλάνο, εκείνο το οκταθέσιο τσέσνα, το οποίο είχαμε ταυτοποιήσει πως μετέφερε ανθρώπους και εξοπλισμό της Intellexa. Είχαμε εκεί σημειωμένο το tail number του αεροπλάνου, οπότε έπρεπε να επισπεύσουμε την έρευνα που σχετιζόταν με αυτό, γιατί πιθανώς θα διέρρεε ότι το ψάχναμε.
Μετά από το περιστατικό με τον Τάσο σταματήσαμε να μιλάμε για την υπόθεση με την παρουσία κινητών. Σταματήσαμε επίσης να συζητάμε για την υπόθεση σε κλειστούς χώρους, στο γραφείο ή στα σπίτια μας. Γιατί από την έρευνα των κατασκοπευτικών λογισμικών είχαμε καταλάβει πως μια έξυπνη τηλεόραση θα μπορούσε να χακαριστεί πολύ πιο εύκολα από ένα κινητό. Παρότι, λοιπόν, έλεγχα πολύ συχνά το τηλέφωνό μου, δεν μπορούσα να κάνω το ίδιο και με τις υπόλοιπες συσκευές, συνεπώς σταμάτησα να αναφέρομαι σε πράγματα που εξέθεταν την έρευνά μου μπροστά τους. Δεν ήταν μόνο η έρευνα όμως. Δεν ήμουν σίγουρη αν πρέπει να εκφράζω στους ανθρώπους μου τα συναισθήματα που μου παρήγαγε όλη αυτή η υπόθεση μέσα σε χώρους που θα μπορούσαν να έχουν χακαρισμένες συσκευές. Πώς θα μπορούσα να πω σε κάποιον ότι «αυτό που βρήκα με αγχώνει», «βρήκα κάτι σημαντικό και ενθουσιάστηκα», κ.ο.κ., χωρίς να πω τι είναι «αυτό», χωρίς να εκθέσω δηλαδή μια πηγή μου ή μια πληροφορία σε πιθανό κίνδυνο. Έμαθα να μη μιλάω μέσα στο σπίτι μου, να κάνω πολύ συχνά μπακ-απ, να αποθηκεύω τα αρχεία μου και τις σημειώσεις μου εκτός σπιτιού.
Ίσως ακούγεται κάπως παρανοϊκό αυτό. Και σε μένα όταν το ξανασκέφτομαι. Σκέφτομαι όμως πως, καθώς έμπαινα μέτρο το μέτρο μέσα στην παράνοια, όλα μου φαίνονταν απόλυτα λογικά. Η παράνοια είναι μια λογική αντίδραση στην παράνοια. Κι εγώ, απολύτως λογικά, άλλαζα συχνά συσκευές και μίλαγα σε διαφορετικές πηγές μου από διαφορετικές συσκευές.
Ενώ τα γράφω όλα αυτά η υπόθεση συνεχίζεται κι εμείς συνεχίζουμε το ρεπορτάζ χωρίς να βλέπουμε ένα προφανές τέλος. Το κυνήγι του κυνηγού δεν έχει προφανές τέλος. Όλες οι άλλες υποθέσεις κάποτε τελειώνουν. Ένας πολιτικός παραιτείται ή μπαίνει στον πάγο. Μια σύμβαση ακυρώνεται και πηγαίνουμε στην επόμενη. Η έρευνα αυτή πραγματικά δεν έχει τέλος και το δικαστήριο που δίκασε αυτή την υπόθεση, ανάμεσα σε ρευματοκλοπές, δεν μπόρεσε να κλείσει στην πραγματικότητα έναν παράνομο κύκλο εργασιών που εκτείνεται σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Ιρλανδία και αφορά το επίσημο κράτος, τις μυστικές του υπηρεσίες, την κυβέρνηση αλλά και ένα σύνολο από επιχειρηματίες όλων των ειδών και των δραστηριοτήτων.
Παράλληλα πρόκειται για μια υπόθεση που η συγκάλυψή της έχει ένα έντονο κοινωνικό αποτύπωμα. Προκειμένου να αποψιλωθεί η σημασία της, πολλά πολιτικά πρόσωπα κατέφυγαν σε διατυπώσεις όπως «δεν με πειράζει να με παρακολουθούν γιατί δεν έχω κάτι να κρύψω», «όλων τα κινητά παρακολουθούνται ούτως ή άλλως», «ποτέ δεν χρησιμοποιούσα το κινητό μου τηλέφωνο για σοβαρές υποθέσεις» κ.ο.κ. Πολύ συστηματικά και δομημένα ό,τι αφορά τις υποκλοπές παρουσιάστηκε ως κάτι τετριμμένο που δεν αφορά κανέναν. Αυτό το είπαν εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας με κάθε επισημότητα, όταν τον Σεπτέμβριο του 2022 κυκλοφόρησαν με εξώφυλλο «Υποκλοπές τέλος» και μια δημοσκόπηση που μας διαβεβαίωνε πως κανείς δεν ενδιαφερόταν πια για το ζήτημα.
Άλλωστε κρύβεται όποιος έχει κάνει κάτι κακό, λένε τα ίδια στόματα. Το αίτημα για μια έστω στοιχειώδη ιδιωτικότητα παρουσιάστηκε, εμμέσως πλην σαφώς, ως απόδειξη ενοχής. Και φτάσαμε στο σημείο να μας παίρνουν συνάδελφοί μας τηλέφωνο και να μας λένε «τι ασχολείσαι;» «αφού τα ξέρεις, πάντα έτσι γίνεται», «λογικό είναι να παρακολουθούν τον Κουκάκη». Κάποιοι μάλιστα έφτασαν στο σημείο να μου λένε «ε κι εγώ ξέρω ότι με παρακολουθούν». «Και τι κάνεις γι’ αυτό;» ρωτάω. «Τίποτα!» Αλλά το να κάνεις κάτι, όπως έκανε ο Θανάσης, έχει μεγαλύτερη απαξία από το να μην κάνεις τίποτα.
Πολλές φορές ένιωσα ματαίωση. Πώς γίνεται όλα αυτά που αποκαλύψαμε να μην προκάλεσαν μεγάλες αλλαγές; Γρήγορα απαντάω: έπρεπε ή δεν έπρεπε να τα γράψεις όλα αυτά; Έπρεπε! Και είμαι πολύ χαρούμενη που τα βρήκαμε και τα γράψαμε, παρά το μικρό ενδιαφέρον πολλών συναδέλφων και την περιχαράκωση της υπόθεσης στη δίκη ενός πλημμελήματος: «Δεν μπορούμε να ακουμπήσουμε την ΕΥΠ», λένε στο δικαστήριο. Η έρευνα γύρω από τις υποκλοπές επέτρεψε σε όσους παρακολουθούν τη δουλειά μας να είναι καχύποπτοι με όλα όσα συμβαίνουν. Το «σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ», όσα οδήγησαν στα «Τέμπη» κ.λπ. βγάζουν λίγο περισσότερο νόημα αν παρακολουθήσει κανείς πώς λειτούργησαν οι θεσμοί στη συγκάλυψη των υποκλοπών, αλλά και πώς λειτουργούσαν για να τις υλοποιήσουν. Εμείς έπρεπε να τα βρούμε και να τα γράψουμε όλα αυτά και οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες έπρεπε να τα βρουν και να τα διαβάσουν, κι όσες και όσοι το έκαναν κατάλαβαν καλύτερα όσα τις περιβάλλουν. Αυτό με ικανοποιεί πολύ – και η ικανοποίησή μου τελικά δεν κρίνεται με βάση το αποτέλεσμα της δίκης.
Είναι καλύτερο να τα ξέρεις όλα αυτά από το να μην τα ξέρεις. Είναι σημαντικό να ξέρει κάποιος πως η επικεφαλής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, που δημιουργήθηκε με τον πρώτο νόμο της κυβέρνησης της ΝΔ το 2019, για το επιτελικό κράτος, εμφανίστηκε στο δικαστήριο και είπε πως ο έλεγχός τους αρκέστηκε στο να πει στην ΕΥΠ να ελέγξει τον εαυτό της και πως της φάνηκε ικανοποιητική η απάντηση ενός ελεγχόμενου που έλεγξε τον εαυτό του και τον βρήκε αθώο. Και μετά έκανε το ίδιο και με τις ελεγχόμενες εταιρείες. Ένιωσα βαθιά ικανοποίηση που ήρθε στο δικαστήριο και εκτέθηκε με αυτόν τον τρόπο, παρότι ήξερα πως δεν θα βγάλει πουθενά. Μόνο και μόνο που καταγράφηκε και κάποιοι μπόρεσαν και διάβασαν την αντίληψη που έχει αυτός ο θεσμός για τον «έλεγχο» διά στόματος της διοικήτριάς του, ένιωσα πως καταφέραμε κάτι σημαντικό.
Υπήρξε κάτι καινοφανές στις υποκλοπές που εμφανίστηκε ως κάτι τετριμμένο. Μόνο που η συγκάλυψη είναι που κάνει το σκάνδαλο, και όσα διαβάσατε συνιστούν ένα τεκμήριο για το καινοφανές της συγκάλυψης, δηλαδή για το μέγεθος του κοινωνικού και θεσμικού ζητήματος που ξεκινήσαμε, κατά τύχη, να ερευνούμε, τον Ιανουάριο του 2022. […]