Προσφορά!

Το σαπούνι

του Φρανσίς Πονζ

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης

,

«Υπάρχει κάτι το αξιολάτρευτο στην προσωπικότητα του σαπουνιού. Γιατί αξιολάτρευτο; Διότι η συμπεριφορά του είναι στον ύψιστο βαθμό συμπαθητική και συγχρόνως πέρα ώς πέρα αμίμητη. Ιδού ένα είδος μέτριου βότσαλου που αναπαύεται ισόπεδο μέσα στο πιο άκομψο (ενίοτε στο πιο φθαρμένο) πιατάκι του νοικοκυριού. Καταφθάνει ένας άνθρωπος με βρώμικα χέρια. Τότε το λησμονημένο σαπούνι θα του παραδοθεί.»

Το Σαπούνι είναι ένα σοβαρό και συγχρόνως κωμικό επικοινωνιακό πείραμα, που σκηνοθετείται ως ραδιοφωνική εκπομπή, ως θεατρική παράσταση, ως ημερολογιακή καταγραφή, ως θεωρητική πραγματεία.

Εκκαθάριση

ο συγγραφέας

Πονζ Φρανσίς

Ο Φρανσίς Πονζ γεννήθηκε το 1899 στο Μονπελιέ. Ξεκίνησε σπουδές στη νομική και στη φιλοσοφική σχολή, καθώς και στην École Normale Superieure, τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε. Το 1937 συμμετείχε για λίγους μήνες στο σουρεαλιστικό κίνημα και στη συνέχεια προσχώρησε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο εγκατέλειψε οριστικά μετά τον πόλεμο, το 1946. Το 1942 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή Le Parti pris des choses (ελλ. έκδ.: Η φωνή των πραγμάτων, μτφρ. Χριστόφορος Λιοντάκης, Γαβριηλίδης 1999). Το Σαπούνι, ένα από τα εμβληματικά του έργα, εκδόθηκε το 1967. Πέθανε στο Μονπελιέ το 1988.

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

Ο αναγνώστης, εκ προοιμίου, παρακαλείται (τάχιστα θα καταλάβει γιατί) –θέλουμε να πούμε: για την απογείωση– να προικιστεί, διά της φαντασίας, με γερμανικά ώτα.
Και να τα χρησιμοποιεί ακόμα, από καιρού εις καιρόν, οσάκις –άλλον δεν έχουμε τρόπο προς επισήμανσή του– θα προσπελάζουμε κάποια διαταραχή προορισμένη κυρίως για την ακοή: επειδή, στα δικά του μάτια, αυτά τα εδάφια συναντώνται πάντα υπό μορφήν νεφελωμάτων ταχυγραφικώς κεκλιμένων προς την δεξιάν (ή ας πούμε, ενόσω ακόμα κυλιόμαστε πάνω σε έναν στίβο της Βαβέλ: σε πλάγια).
Αφότου το ΣΑΠΟΥΝΙ μας θα έχει τεθεί σε τροχιά, πάσα υποτέλεια της τάξεως αυτής θα παύσει.

ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ

Κυρίες μου και Κύριοι,

Επίκειται ίσως ν’ ακούσετε… Έχετε, εν πάση περιπτώσει, αρχίσει ν’ ακούτε… ΜΠΟΥΜ! (Ακούτε;) Τη στιγμή αυτή ακούτε τις πρώτες γραμμές ενός κειμένου, …την ανάγνωση της μετάφρασης στα γερμανικά ενός κειμένου, αρχικώς γραμμένου στα γαλλικά…
Γραμμένου συνεπώς όχι από εμένα, Γερμανό εκφωνητή, του οποίου ακούτε τη φωνή… αλλά απ’ τον Γάλλο συγγραφέα ο οποίος σας μιλά με τη φωνή μου.
Εκείνος το έγραψε αυτό.
Ή μάλλον –εάν μιλούσε ο ίδιος– και, στην πραγματικότητα, με τη φωνή μου, σας μιλά ο ίδιος – θα σας έλεγε, σας λέει: Όχι, δεν το έγραψα εγώ αυτό, το γράφω, το γράφω αυτή τη στιγμή, Γερμανοί ακροατές, προοριζόμενο για εσάς.
Αυτή τη στιγμή γράφω αυτές τις πρώτες γραμμές. Δεν είμαι πιο μακριά τους απ’ όσο εσείς. Δεν είμαι πιο προχωρημένος απ’ όσο εσείς. Θα προχωρήσουμε, προχωρούμε ήδη, μαζί· εσείς ακούγοντας, εγώ μιλώντας· επιβιβασμένοι στο ίδιο αυτοκίνητο ή στο ίδιο πλοίο.

Κι όμως, στ’ αλήθεια, πού είμαι; Είμαι καθισμένος, εγώ, στο τραπέζι μου, στη Γαλλία, μέσα στο σπίτι μου. Ενώ εσείς, ένας Θεός ξέρει πού είστε. Εσείς, ξέρετε καλά πού είστε εσείς, το ξέρετε καλύτερα από μένα. Ξέρετε επίσης αν ακούτε ή αν μόνο κάτι φτάνει στ’ αυτιά σας, ενώ ενδιατρίβετε ίσως στις ενασχολήσεις σας εντός του διαμερίσματός σας, ίσως, μάλιστα, ενώ συνεχίζετε κάποια συζήτηση… ΜΠΟΥΜ!! Από εδώ και στο εξής, θα παριστάνω πως μ’ ακούτε…
Ακούστε λοιπόν!

Κυρίες μου και Κύριοι,

Όταν μου επροτάθη να γράψω για εσάς ένα κείμενο, μου ήρθε ευθύς αμέσως μια ιδέα, μια πολύ επικερδής ιδέα: η ιδέα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία για να φέρω εις πέρας ένα πόνημα, προ πολλού ανειλημμένο, αλλά που ποτέ δεν είχα καταφέρει, παρά τις πολυάριθμες απόπειρες, να το φέρω εις πέρας.
Χάρις σ’ εσάς, χάρις σ’ αυτή την ιδέα που έχω, ότι προχωρούμε μαζί, σήμερα, ο κόσμος να χαλάσει, θα τα καταφέρω.
Καταϋποχρεωμένος!
Να με λοιπόν, μπροστά στο τραπέζι μου, καταϋποχρεωμένος να γράψω, και πάνω σ’ αυτό το τραπέζι, αριστερά μου, ένας φάκελος.
Ο φάκελος με τις σημειώσεις μου γι’ αυτό το πόνημα, ο ογκώδης φάκελος με τις σημειώσεις μου… πάνε είκοσι τρία χρόνια!
Μα για σταθείτε! Achtung! Προσοχή!
Ακούστε το θόρυβο του εν λόγω φακέλου που μόλις έπιασα, τώρα τον σηκώνω από κάτω, και, με προορισμό τ’ αυτιά σας, θα τον αφήσω να ξαναπέσει στο τραπέζι μου…
(Θόρυβος.)
Ακούσατε;
Ε λοιπόν, τώρα, αυτό το φάκελο, θα τον ανοίξω. Πρώτα όμως, τι γράφει απέξω αυτός ο φάκελος;
Τούτο, με πολύ παχείς χειρόγραφους χαρακτήρες, με μαύρο μελάνι: ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ.

Το Σαπούνι, Κυρίες μου και Κύριοι, die Seife, die Seifen­kugel, ξέρετε, σιγουρότατα, τι είναι.
Το μεταχειρίζεστε καθημερινώς.
Έχετε γι’ αυτό μια ιδέα απολύτως συγκεκριμένη, κοι­­νή σε όλους μας, και που η λέξη αυτή αρκεί στην εντέλεια να το αναπαραστήσει.
Πρόκειται για μία πραγματικότητα του φυσικού κόσμου.
Και για μένα, βεβαίως, έτσι έχει το πράγμα.
Για μένα όμως, το Σαπούνι, ε λοιπόν, είναι, πριν απ’ όλα, είναι κυρίως ακόμα και σήμερα αυτός ο φάκελος, αυτός ο αναθεματισμένος φάκελος!
Α! αυτός ο φάκελος-σαπούνι, αυτό το σαπούνι-φάκελος, τι κακό μου έχει κάνει, πάνε είκοσι εικοσιπέντε χρόνια, αυτό το σαπούνι! απ’ το οποίο πρόκειται ν’ απαλλαγώ σήμερα εντός ολίγων λεπτών (οποία τύχη!)
Φύγαμε! Ας τον ανοίξουμε, αυτό το φάκελο!

Κατ’ αρχάς όμως, σας προειδοποιώ!
Θα εκπλαγείτε ίσως –διότι δεν είναι πολύ σύνηθες σε θέματα λογοτεχνίας– απ’ τις συχνές, τις οχληρές επαναλήψεις που περιλαμβάνει το παρόν κείμενο.
Κάθε τόσο θα διαπιστώνετε: «Μα επαναλαμβάνεται! Μα αυτό το έχω ξανακούσει, δεν πάνε λίγα λεπτά!»
Ε λοιπόν, οφείλω να ζητήσω συγγνώμη γι’ αυτό; Όχι! Δεν μου πολυαρέσει να ζητώ συγγνώμη, κι έπειτα, στο κάτω κάτω της γραφής, αυτά τα φερσίματα, αυτούς τους τρόπους που εσείς αποδέχεσθε ασμένως, έτσι δεν είναι;, σε θέματα μουσικής: αυτές τις επαναλήψεις, αυτές τις da capo επαναφορές, αυτές τις παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα, αυτές τις συνθέσεις σε μορφή φούγκας που τις αποδέχεστε ασμένως στη μουσική, τις αποδέχεστε και τις απολαμβάνετε – γιατί θα μας ήταν, σε θέματα λογοτεχνίας, απαγορευμένες;
Μπορείτε να μου πείτε;
Εγώ πάντως σας προειδοποίησα.
Στο κάτω κάτω της γραφής, εγώ έτσι δουλεύω, έτσι γεννιούνται μέσα μου οι αναλύσεις, έτσι προοδεύει το πνεύμα – και οφείλουμε, έτσι δεν είναι;, να είμαστε έντιμοι, οφείλουμε να μην κάνουμε ζαβολιές με την κίνηση του πνεύματος.

Κυρίες μου και Κύριοι, ιδού λοιπόν οι πρώτες σημειώσεις, τις οποίες έριξα στο χαρτί τον Απρίλιο του 1942, στη Ροάν, πολίχνη της κεντρικής Γαλλίας, όπου είχαμε, η οικογένειά μου κι εγώ, όπως έλεγαν τότε, αναδιπλωθεί – ή προσφύγει.
Ήμασταν, λοιπόν, τότε, στην καρδιά του πολέμου, δηλαδή στην καρδιά των παντός είδους περιορισμών, και το σαπούνι, το αληθινό σαπούνι, ιδίως, μας έλειπε. Δεν είχαμε παρά φτηνά Εrsätze – που δεν άφριζαν καθόλου.
Να υπήρξε άραγε αυτός ένας από τους λόγους, ασυνείδητος, εκείνου που οφείλω να αποκαλέσω έμπνευσή μου απ’ το σαπούνι, τον Απρίλιο του 1942…;
Ιδού όμως αυτές οι πρώτες σημειώσεις – και στο εξής, δεν πρόκειται πια να σταματήσω…
Τέρμα τα σχόλια…
ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ, μονάχα το σαπούνι!

ΤΟ ΣΑΠΟΥΝΙ

Ροάν, Απρίλιος 1942

Αν τρίψω μ’ αυτό τα χέρια μου, το σαπούνι αφρίζει, ευφραίνεται…
Όσο πιο αυτάρεσκα, εύστροφα,
εύκαμπτα, ευήλατα τα κάνει
όσο πιο πολύ σαλιώνει τόσο
η λύσσα του γίνεται ογκώδης και μαργαρώδης…
Πέτρα μαγική!
Όσο πιο πολύ σχηματίζει με τον αέρα και το νερό
εκρηκτικά τσαμπιά από ευώδη
σταφύλια…
Το νερό, ο αέρας και το σαπούνι
αλληλοκαβαλικεύονται, παίζουν
καβαλίκα, σχηματίζουν
συνδυασμούς λιγότερο χημικούς παρά
φυσικούς, γυμναστικούς, ακροβατικούς…
Ρητορικούς;

Υπάρχουν πολλά να ειπωθούν σχετικά με το σαπούνι. Ακριβώς όλα όσα το ίδιο αφηγείται για τον εαυτό του μέχρι πλήρους εξαφανίσεως, εξαντλήσεως του θέματος. Ιδού καθεαυτό το αντικείμενο που μου ταιριάζει.

Το σαπούνι έχει πολλά να πει. Ας τα πει με ευστροφία, ενθουσιασμό. Όταν θα έχει τελειώσει, δεν θα υπάρχει πια.

Ένα είδος πέτρας, που όμως δεν αφήνεται να κυλιέται απ’ τη φύση: σας γλιστρά μέσ’ απ’ τα δάχτυλα και λιώνει οφθαλμοφανώς μάλλον παρά κυλιέται απ’ τα νερά.
Το παιχνίδι τότε συνίσταται ακριβώς στο να τη συγκρατείτε ανάμεσα στα δάχτυλά σας και να την πειράζετε εκεί με την κατάλληλη δόση νερού, ώστε να ­εισπράξετε απ’ αυτήν μια ογκώδη και μαργαρώδη αντίδραση…
Έτσι και την αφήσουμε, αντιθέτως, να διαμείνει εκεί, πεθαίνει από αμηχανία.

Ένα είδος πέτρας, που όμως (ναι! ένα-είδος-πέτρας-­που-όμως) δεν αφήνεται να την ψαχουλεύουν μονομερώς οι δυνάμεις της φύσης: τους γλιστρά μέσ’ απ’ τα δάχτυλα, λιώνει εκεί οφθαλμοφανώς.
Λιώνει οφθαλμοφανώς, αντί ν’ αφήνεται να κυλιέται απ’ τα νερά.

Δεν υπάρχει, στη φύση, τίποτα συγκρίσιμο με το σαπούνι. Ίχνος από βοτσαλάκι (πετραδάκι), από πέτρα τόσο γλιστερή, της οποίας η αντίδραση ανάμεσα στα δάχτυλά σας, αν έχετε καταφέρει να τη συγκρατήσετε εκεί πειράζοντάς τη με την κατάλληλη δόση νερού, τουτέστιν ένα τόσο ογκώδες και μαργαρώδες σάλιο, να συνίσταται σε τόσα τσαμπιά από πληθωρικές φούσκες.
Τα κούφια σταφύλια, τα ευώδη σταφύλια του σαπουνιού.
Συσσωματώσεις.
Καταβροχθίζει τον αέρα, καταβροχθίζει το νερό γύ­­­ρω από τα δάχτυλά σας.
Παρότι κατ’ αρχάς αναπαύεται, ασάλευτο και άμορφο μέσα σ’ ένα πιατάκι, το σαπούνι έχει στα χέρια του την εξουσία να καταστήσει τα δικά μας συναινετικά, συγκαταβατικά στο να κάνουν χρήση του νερού, να καταχραστούν το νερό στις παραμικρές του λεπτομέρειες.
Κι έτσι γλιστράμε απ’ τις λέξεις στις σημασίες, με μια νηφάλια μέθη, ή μάλλον μ’ έναν αναβρασμό, έναν ιριδίζοντα παρότι νηφάλιο εν ψυχρώ κοχλασμό, απ’ όπου άλλωστε βγαίνουμε με τα χέρια πιο καθαρά απ’ ό,τι πριν την έναρξη αυτής της άσκησης.

Το σαπούνι είναι ένα είδος πέτρας, όχι όμως φυσικής: ευαίσθητης, εύθικτης, περίπλοκης.
Αυτή η πέτρα έχει ένα είδος ιδιάζουσας αξιοπρέπειας.
Μακράν του να αντλεί απόλαυση (ή τουλάχιστον να περνά τον καιρό της) με το να κυλιέται απ’ τις δυνάμεις της φύσης, τους γλιστρά μέσ’ απ’ τα δάχτυλα· λιώνει εκεί οφθαλμοφανώς, αντί ν’ αφήνεται να κυλιέται μονομερώς απ’ τα νερά.

 

***

Πάνω εκεί, οι περιστάσεις της εποχής μας ανάγκασαν να εγκαταλείψουμε τη Ροάν, και, στο επόμενο κεφάλαιο, βρίσκομαι πάλι σ’ ένα χωριό στα βόρεια της Λυόν, στο Κολινύ

 

Κολινύ, 3 Ιουνίου 1943

Δεν υπάρχει στη φύση τίποτα παρόμοιο με το σαπούνι. Δεν υπάρχει πέτρα τόσο γλιστερή, της οποίας η αντίδραση ανάμεσα στα δάχτυλά σας –εάν έχετε καταφέρει να τη συγκρατήσετε εκεί πειράζοντάς τη με νερό–, τουτέστιν ένα τόσο ογκώδες και μαργαρώδες σάλιο, να συνίσταται σε τόσα τσαμπιά από τόσο πληθωρικές φούσκες.

Υπό μορφήν κούφιων και τεχνητώς ευωδών σταφυλιών, το σαπούνι καταβροχθίζει το νερό, καταβροχθίζει τον αέρα γύρω απ’ τα δάχτυλά σας, περικλείει πολύ αέρα με τους εναγκαλιστικούς του τρόπους, τα τυλίγματα από μπράτσα, τους κύκλους, τις περιπλοκές, τις διαστροφικές, ιριδίζουσες σφαίρες, ενός σώματος νυμφαίου, μιας σάρκας ή νύμφης περίεργα ευλύγιστης.
Η έμφαση, ο ενθουσιασμός, η ευστροφία.
Ο ιριδίζων παρότι υπερνηφάλιος εν ψυχρώ αναβρασμός…

Ναι. Όσο άμορφο κι αν αναπαύεται κατ’ αρχάς μέσα σ’ ένα πιατάκι, το σαπούνι έχει στα χέρια του την εξουσία να κάνει τα δικά μας συγκαταβατικά στο να χρησιμοποιούν, να καταχρώνται το νερό στις παραμικρές του λεπτομέρειες, να μας το καθιστούν προσηλωμένο, επιμελές, προσεκτικό, να το μετατρέπουν τόσο κα­­λά ώστε να θέλει στο εξής να χορεύει χωρίς τέλος μαζί μας μέσα στα πέπλα του, στα φορέματά του, στις εσάρπες του για τις χοροεσπερίδες. Κι εμείς απ’ τη μεριά μας το εξαντλούμε, μέχρις εσχάτου ορίου… ­Αισθάνεστε ότι εδώ υπάρχει κάτι το διαστροφικό, ένα είδος αμοιβαίας κατάχρησης…
(Τίποτα δεν ομοιάζει περισσότερο με σκάφη από ένα πιατάκι, είναι όμως μια σκάφη όπου ο άνθρωπος δεν βρίσκει ποτέ τίποτα άλλο απ’ τα χέρια του.)
…Κι έτσι γλιστράμε απ’ τις λέξεις στις σημασίες… εν μέσω μιας νηφάλιας και μαρμαίρουσας μέθης ή μάλλον ενός αναβρασμού, μιας εν ψυχρώ φυσαλίδωσης απ’ όπου άλλωστε βγαίνουμε, και ιδού το μέγα μάθημα – με τα χέρια πιο καθαρά, πιο αγνά απ’ όσο πριν την απαρχή αυτής της άσκησης.

Το σαπούνι προετοιμάστηκε απ’ τον άνθρωπο προς χρήσιν απ’ το σώμα του· εντούτοις, δεν παραμένει σ’ αυτήν αυτοβούλως. Το αδρανές αυτό βότσαλο είναι σχεδόν εξίσου δυσχερές να το κρατήσεις όσο κι ένα ψάρι. Να το που μου ξεφεύγει και ίδιο με βατράχι ξαναβουτά στη λεκάνη… εκπέμποντας πάραυτα ιδίοις αναλώμασιν ένα γλαυκό νέφος αυτοδιάλυσης, σύγχυσης…

Τι εξαίσιο τρόπο του ζην μας δείχνει το σαπούνι!
Το μέτωπό του στεγνώνει στον ήλιο, καίγεται απ’ τον ήλιο, σκληραίνει, ρυτιδώνεται, χαρακώνεται. Οι έγνοιες το χαρακώνουν. Ποτέ όμως δεν διατηρείται καλύτερα παρά έτσι αδρανές, λησμονημένο.
Μέσα στο νερό, αντιθέτως, όπου μαλακώνει, κυκλοφορεί, δείχνει άνετο –μετά βίας το γραπώνουμε– όπου μετατοπίζεται, γίνεται ευκίνητο, κατόπιν εύστροφο, εύγλωττο – δαπανάται τότε σε μια κίνηση ανησυχητική, δεν παραμένει εκεί ατιμωρητί… Είναι αυτό που λέμε διάγω έκλυτο βίο…; Σ’ αυτό βλέπω επίσης το σημάδι μιας ιδιαίτερης αξιοπρέπειας…

Για ένα σαπούνι, οι πρωταρχικές αρετές είναι ο ενθουσιασμός και η ευστροφία. Τουλάχιστον η γλωσσική ευχέρεια. Αυτό όμως, που είναι εξαιρετικά απλό, δεν έχει ποτέ ειπωθεί. Ακόμα κι απ’ τους σπεσιαλίστες της εμπορικής διαφήμισης. Ελάτε! Πόσα μου προσφέρουν οι εταιρείες Piver ή Cadum; – Ούτε δεκάρα! Δεν πέρασε ποτέ κάτι τέτοιο απ’ το μυαλό τους! Εμείς όμως θα τους δείξουμε τι ξέρουμε να κάνουμε…

Υπάρχει κάτι το αξιολάτρευτο στην προσωπικότητα του σαπουνιού. Γιατί αξιολάτρευτο; Διότι η συμπεριφορά του είναι στον ύψιστο βαθμό συμπαθητική και συγχρόνως πέρα ώς πέρα αμίμητη.
Ιδού ένα είδος μέτριου βότσαλου που αναπαύεται ισόπεδο μέσα στο πιο άκομψο (ενίοτε στο πιο φθαρμένο) πιατάκι του νοικοκυριού.
Καταφθάνει ένας άνθρωπος με βρώμικα χέρια. Τότε το λησμονημένο σαπούνι θα του παραδοθεί. Όχι χωρίς κάποια κοκεταρία. Περιενδύεται πέπλα μαρμαίροντα, ιριδίζοντα και, συγχρόνως, τείνει να λανθάνει, να δια­φεύγει. Ίχνος στη φύση από πέτρα πιο διαφεύγουσα. Τότε όμως το παιχνίδι συνίσταται ακριβώς στο να συγκρατήσουμε το σαπούνι ανάμεσα στα δάχτυλα και να το πειράξουμε εκεί με την προσθήκη μιας ποσότητας νερού ικανής ώστε να πετύχουμε ένα σάλιο ογκώδες και μαργαρώδες, ενώ αν το αφήναμε να διαμείνει μέσα στο νερό, θα πέθαινε από σύγχυση.
Διότι το σαπούνι έχει την ιδιαίτερη αξιοπρέπειά του. Μια πέτρα είναι, που όμως δεν παραδέχεται να κυλιέται μονομερώς απ’ τις δυνάμεις της φύσης. Τους γλιστρά μέσ’ απ’ τα δάχτυλα, κολλάει σε κάποιο σημείο στο βυθό κι εκεί λιώνει οφθαλμοφανώς μάλλον αντί ν’ αφήνεται να την ψαχουλεύουν τα νερά.
Ο άνθρωπος το καταχράται αυτό. Αν τρίψει μ’ αυτό τα χέρια, το σαπούνι αφρίζει, ευφραίνεται. Όσο πιο πο­­λύ λυσσάει, άλλο τόσο το σάλιο του γίνεται ογκώδες και μαργαρώδες, άλλο τόσο κάνει τα χέρια πρόθυμα, ευκίνητα, εύκαμπτα, ευήλατα.
Πέτρα μαγική!
…Όσο πιο πολύ σχηματίζει με αέρα και νερό εκρηκτικά τσαμπιά από ευώδη σταφύλια.
Τότε ο αέρας, το νερό και το σαπούνι αλληλοκαβαλικεύονται, παίζουν καβαλίκα, σχηματίζουν στομφώδεις κι ελαφρούς συνδυασμούς που μια αναπνοή, ένα μειδίαμα, ένα επιπλέον τίποτα εσωτερικής ματαιο­δοξίας, η παραμικρή υπερβολή, τους κάνει να εκραγούν…
Είτε μία κατάλυση από νερά.
Έχει γίνει αισθητό πως το παρατράβηξα με τις αναλύσεις, τις παραλλαγές· πως υπάρχει εκεί ένα ύφος θα ’λε­­γες σαπωνώδες, αφρίζον, αφρώδες – όπως το σάλιο στους μυκτήρες του αλόγου που καλπάζει.
Φυσικά το έκανα επίτηδες.
Ξέροντας ότι θα μου αρκούσε μία παράγραφος καθαρής λογικής (ή ειρωνείας;) για να τα καθαρίσω, να τα διαλύσω και να τα ξεπλύνω όλα αυτά.

 

***

 

(Αυτή η εκδοχή, η λεγόμενη του «ψελλίσματος του σαπουνιού», είναι της 3ης Ιουνίου ’43 στο Κολινύ.)

Κολινύ, 9 Ιουνίου 1943

Δεν υπάρχει στη φύση τίποτα παρόμοιο με το σαπούνι. Καμία πέτρα δεν είναι πιο ταπεινή, ούτε, εν ταυτώ, πιο υπέροχη.
Υπάρχει, αληθώς, κάτι αξιολάτρευτο στην προσωπικότητά του. Η συμπεριφορά του είναι αμίμητη.
Το πράγμα αρχίζει με μια τέλεια επιφυλακτικότητα.
Το σαπούνι επιδεικνύει κατ’ αρχάς μια τέλεια συστολή, παρότι κατά το μάλλον ή ήττον διακριτικώς ευώ­δη. Κατόπιν, ευθύς μόλις καταπιαστούμε μαζί του, δεν θα πω τι φωτιά, εννοείται, αλλά τι εξαίσια ορμή! Τι ακραίος ενθουσιασμός στην αυτοπροσφορά! Τι γενναιοδωρία! Τι ευστροφία, σχεδόν ανεξάντλητη, αφάνταστη!
Απ’ αυτό μπορούμε, άλλωστε, ν’ απαλλαγούμε αμέσως, όμως η περιπέτεια αυτή, η σύντομη αυτή συνάντηση αφήνει –κι αυτό είναι υπέροχο– τα χέρια πιο κα­­θαρά απ’ όσο τα είχατε ποτέ.

Λόγω των ιδιοτήτων του αντικειμένου, χρειάζεται να το αναπτύξω λιγάκι, να το κάνω ν’ αφρίσει ενώπιόν σας. […]