Προσφορά!

Κλίμακα Μπόγκαρτ

της Μαρίας Φακίνου

, ,

Μία το μεσημέρι και σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό ένα ασήμαντο περιστατικό γίνεται η αφορμή για έναν άντρα χωρίς όνομα να κάνει έναν νοερό απολογισμό της ζωής του. Το σκοτεινό παρελθόν του, η κόρη του που έχει δώδεκα χρόνια να του μιλήσει, η γυναίκα του, η προηγούμενη ζωή του, ξετυλίγονται ακολουθώντας το ρυθμό των βημάτων του, αλλά και τον εσωτερικό ρυθμό των σκέψεων και της μνήμης του, μιας μνήμης συχνά στρεβλής και παραποιημένης. Η αφηγηματική φωνή παρεμβαίνει στα γεγονότα, τα πρόσωπα και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις δίνοντας τη δική της εκδοχή, διαμορφώνοντας τη δική της αλήθεια, συνομιλώντας μαζί τους, μέχρι να φανερωθούν μυστικά δεκαετιών.

Εκκαθάριση

η συγγραφέας

Φακίνου Μαρία

Η Μαρία Φακίνου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Προηγούμενα βιβλία της: Το καπρίτσιο της κυρίας Ν. (Καστανιώτης, 2007), Η αρχή του κακού (Καστανιώτης, 2012), Ανατομία κόρης (αντίποδες, 2017). Από τους αντίποδες κυκλοφορούν σε δική της μετάφραση οι ­Αργοναύτες της Μάγκι Νέλσον.

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

2

Το κοτσύφι
κοντοστέκεσαι και μισανοίγεις την εφημερίδα, έχεις λαχανιάσει
Περίεργο
εσύ δεν λαχάνιαζες ποτέ, η γερή σου κράση, η αθλητική σου κορμοστασιά, ίσως, σίγουρα, ήταν ένας απ’ τους λόγους που σε διάλεξαν, ψηλός αγέρωχος επιβλητικός, ο φόβος και ο τρόμος τότε, τώρα ένας άντρας κοντά στα εβδομήντα όπως όλοι οι άντρες, βερμούδα σαφάρι το καλοκαίρι μακρύ παντελόνι το χειμώνα, πάντα ένα γερό αθλητικό ζευγάρι παπούτσια, δεινός περιπατητής απ’ τον καιρό που δούλευες στην ταβέρνα, πάνω κάτω απ’ την κουζίνα μέχρι τα τραπεζάκια έξω κάτω απ’ τις μουριές ενδιάμεσα ο δρόμος, δίσκοι φορτωμένοι πιάτα αποφάγια τραπεζομάντιλα μιας χρήσης και ό,τι ζητούσε ο πελάτης, δήμαρχος και αντιπολίτευση στα μαχαίρια, κάτω από το μαύρο κε­­φαλάκι, κίτρινο δαχτυλίδι γύρω από τα μάτια, για το ζήτημα των σκουπιδιών
Μέγα θέμα τα απορρίμματα
τα απόβλητα των πάντων, τα χνάρια του όλου, πάντα πίστευες ότι καταλαβαίνεις πολλά για τον άνθρωπο, τις συνήθειές του, από τα σκουπίδια του, ακόμα και στις σειρές έχεις δει να παίρνουν τη σακούλα από τον σκουπιδοτενεκέ του θύματος ή ενός υπόπτου κι αυτή να φανερώνει ίσως και τον ίδιο τον δολοφόνο, στην άλλη στήλη μια πρόσκληση προς τους παραγωγούς σταφιδάμπελων αμπελώνων μηλοειδών για να ενταχθούν στη δράση Κομφούζιο, κεφαλαία γράμματα: Μέθοδος σεξουαλικής σύγχυσης των μικρολεπιδοπτέρων
Οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους
τσάι πάρτι φρυγανιές, έτσι δεν το λέγατε; συ­­νεχίζεις να περπατάς, το πλαίσιο διαμορφώνει το νόημα, ένα λεξιλόγιο που γίνεται ζαργκόν (δικαιούσαι διά να ομιλείς;)
ένα φτερούγισμα στο στήθος
κι εσύ είχες ανακατευτεί κάποτε με τα κοινά, τα εν δήμω, όταν γύρισες πάλι στο χωριό αρχές του 2000 αλλά αποχώρησες μόλις κάποιος πέταξε κάτι μισόλογα για σένα
– Δεν δικαιούσαι διά να ομιλείς
έτσι πάνω κάτω απ’ την κουζίνα μέχρι τα τραπεζάκια έξω κάτω απ’ τις μουριές ενδιάμεσα ο δρόμος, στο τέρμα τα σκουπίδια όλων, λιώνοντας τις σόλες των γερών αθλητικών παπουτσιών σου. Τα σκουπίδια του ενός είναι ο θησαυρός του άλλου, έτσι δεν λένε; κι αυτό το κοτσύφι που εσύ τώρα πας να θάψεις κάποιος άλλος μπορεί απλώς να το είχε πετάξει στους κάδους της προκυμαίας σκουπίζοντας έπειτα τα χέρια του αναμεταξύ τους
Χέρια καθαρά, καθαρές δουλειές
πάει και τελείωσε, ή ακόμα χειρότερα να το είχε δώσει σε κάποια γάτα για να το βασανίσει παίζοντας μέχρι να βαρεθεί
Όχι εγώ
εσύ ευκάλυπτος.

Πάλι αυτό το σφίξιμο, το φτερούγισμα στο στήθος, όπως όταν είδες πρώτη φορά την όχι ακόμα γυναίκα σου κατά μήκος των γραμμών του τραίνου που τότε ερχόταν, η μοναδική στιγμή όπου διασταυρώνονται οι δρόμοι των δύο, να περπατά βιαστική με το κεφάλι σκυφτό επειδή είχε αέρα, πολύ αέρα, κρύα ρεύματα από τα γύρω βουνά, γλάστρες κατρακυλούσαν, ρούχα πετούσαν, πα­­­ρα­­θυρόφυλλα χτυπούσαν, λίγα ψώνια στο χέρι γυ­­­ρίζοντας στη μάνα της, στο σπίτι της δηλαδή, και μες στη βιασύνη της, βιασύνη λόγω του αέρα όχι του χρόνου, δεν πρόσεξε το πορτοφολάκι της που γλίστρησε απ’ την τσέπη του παλτού, μαύρη δερματίνη με δυο κλιπάκια που αγκαλιάζονταν σφιχτά γι’ αυτό δεν κύλησαν τα κέρματα, γι’ αυτό δεν άκουσε την απώλεια, κι εσύ έτυχε
Πώς τυχαίνει κάτι;
να καπνίζεις ακουμπισμένος στο τοιχαλάκι του σιδηροδρομικού σταθμού και ένιωσες όπως τώρα, φτερούγισμα στο στήθος, μια προειδοποί­η­­ση, έτρεξες απέναντι και το πήρες στα χέρια σου, ανίδεη εκείνη απομακρυνόταν κι ανοίγοντας εσύ το βήμα σου την ακολούθησες, πώς να της πιάσεις κουβέντα, πόσο δυνατά να μιλήσεις για να μην την τρομά­ξεις
– Δεσποινίς, σας έπεσε το πορτοφολάκι
τόνος κανονικός, το έτεινες προς το μέρος της δίπλα της πια, κοίταξε μια το πορτοφολάκι μια εσέ­­­να και κοκκινίζοντας άπλωσε το χέρι
– Ευχαριστώ
ψελλίζοντας
– Θα σας πείραζε να σας συνοδεύσω;
εκμεταλλεύτηκες το δισταγμό της, ούτε δέ­­χτη­­κε ούτε αρνήθηκε, κι άρχισες να περπατάς μα­­ζί της με την άκρη του ματιού σου να προσπαθεί να χωρέσει τις λεπτομέρειες, τα χαρακτηριστι­­κά, πώς τίναζε
Σαν πουλάκι
ναι, κοφτά το κεφάλι της για να διώξει τα μαλλιά απ’ το πρόσωπο, κι εσύ βρήκες κάτι έξυπνο να πεις; χαμηλά, ίσως στο οκτώ της κλίμακας Μπόγκαρτ, δεν θυμάσαι πώς ξεπεράστηκε η αρχική τόλμη και η μετέπειτα αμηχανία, σίγουρα θα σχολίασες τον καιρό
– Πολύς αέρας σήμερα
αλλά και κάτι ακόμα, γιατί όταν φτάσατε σπίτι της
– Εδώ μένω εγώ
δρόμος στενός, σπίτια χαμηλά, σ’ αυτόν το λα­­­­­­­βύρινθο υπό κατασκευή, συμφώνησε να συναντηθεί­τε ξανά, κανονικό ραντεβού δηλαδή, αν και κανείς σας δεν το είπε έτσι, πάνω κάτω στον πα­­­ρα­­­­­­λιακό δρόμο, χωρίς ακόμα ταβέρνες καφετέ­­­­ρι­­­ες κλαμπ ξαπλώστρες μουσικές κλαμπ σάντουιτς, 1972, η θάλασσα στ’ αριστερά, τα βουνά απέναντι, γύρω χωράφια, η παλιά εθνική στο βάθος, και μια μέρα
– Ένα πετραδάκι στο παπούτσι μου
στηρίχτηκε σ’ έναν ευκάλυπτο, εσύ πετραδά­­κι να πέφτει δεν είδες, ίσως να ήταν πολύ μικρό για να το δεις, ίσως να ήταν το πρόσχημα για, και αφού βάζει ξανά το παπούτσι της, της πιάνεις το χέρι και φέρνεις τα χείλη σου στα δικά της, το άλλο χέρι της που στηριζόταν πριν στον κορ­­μό τώρα μετέωρο, ανήξερο, το μικρό δαχτυλάκι κάπως πιο ψηλά απ’ τα υπόλοιπα, όπως είχες δει στις ταινίες να πίνουν οι αριστοκράτες το τσάι τους, τσάι πάρτι φρυγανιές, έτσι δεν το λέγατε; έκπληκτο γι’ αυτό που συνέβαινε για πρώτη φορά.
Μετά σε πήρανε φαντάρο.

Όταν απολύεσαι μπαίνεις στο καφενείο της στοάς στην Κάνιγγος, χάρτης κιτρινισμένος, ο ιδιο­κτή­της με το διάφανο μπουκάλι το αλκοόλ στα χέ­­­ρια, γυάλινο βρέφος στον κόρφο του
– Άσπρο πάτο
πίνεις, καίει, τριακόσια γραμμάρια η καρδιά, εκατό βαθμοί το νερό, εβδομήντα το αλκοόλ, το στομάχι σου σφίγγεται, η γλώσσα μουδιάζει, τα μάτια τσούζουν, η μουσική ακούγεται μέχρι έξω στην πλατεία και πέρα ο δρόμος, πάνω κάτω τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ, πάνω κάτω οι μαθητές των φροντιστηρίων του μέλλοντος, πάνω κά­­­τω οι οικοδόμοι, γυναίκες με ψώνια, γυναίκες με παιδιά απ’ το χέρι, γυναίκες πουτάνες τα βράδια, άντρες πελάτες τους τα βράδια αλλά τώρα με το χαρ­­­τοφύλακα απ’ το συμβολαιογραφείο του τε­­­λευταίου ορόφου με την ταμπέλα υπερήφανη για το Και Υιός, επόπτης των πάντων, παρατηρητής του είναι, ο Και Υιός που τελικά έγινε ποιητής και τον ερωτεύτηκαν οι γυναίκες, πουτάνες και μη, τον γλυκοκοίταζαν οι άντρες, με χαρτοφύλακα ή χωρίς, μπορεί ποιητές και αυτοί οι Υιοί, αλλά σίγουρα όχι με μια ταμπέλα στον τελευταίο όροφο ενός γκρίζου από τα καυσαέρια κτηρίου, ελαιοχρωματιστής τα λεωφορεία τρόλεϊ μηχα­νάκια
η μουσική ακούγεται μέχρι έξω όταν βγαίνεις μεθυσμένος απ’ το καφενείο της στοάς και δύο άντρες, μεσήλικοι, με τα σακάκια στραβά φορεμένα χορεύουν στη μέση της πλατείας, άδεια τώρα απ’ τα πάνω κάτω φοιτητών οικοδόμων γυ­­ναικών αντρών με χαρτοφύλακα ή χωρίς
οι πλατείες πάντα θυμίζουν σε κάποιον το χω­­­ριό του, ακόμα κι αν δεν έχει χωριό, το χωριό που κάποτε πήγε διακοπές, όλοι θέλουν να γυρίσουν στην πλατεία του χωριού τους, όπως αυτοί οι δύο άντρες, μεσήλικοι, με τα σακάκια τους στραβά φο­­­­­­ρεμένα, έχουν επιστρέψει με το χορό τους στην πλατεία του χωριού, όπως κι εσύ θες να επιστρέψεις στην πλατεία του χωριού σου αλλά είναι ακόμα νωρίς, με τα τραπεζάκια έξω, καρέκλες με λά­­στιχο που αφήνουν σημάδι πάνω στη γυμνή σάρκα το καλοκαίρι, παιδιά που πίνουν πορτοκαλάδα με ανθρακικό ρουφώντας δυνατά το καλαμάκι τους, που ηδονικά πιπιλάνε ένα υποβρύχιο, μια βανίλια, το αποτύπωμα των μικρών δοντιών πάνω στον λευκό βράχο, η επίμονη γλώσσα που έχει ξύσει την κοίλη επιφάνεια του κουταλιού, δική σου ανάμνηση αυτή γι’ αυτό τόσες λεπτομέρειες, μαζί με τ’ αδέρφια σου, άλλο ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, πόδια που ανυπόμονα κουνιούνται πέρα δώθε κάτω απ’ την καρέκλα, εσύ ο μικρότερος, ο χαϊδεμένος της μάνας σου
Ποτέ δεν άπλωσε χέρι πάνω μου
γιατί δύσκολη γέννα, κόντεψε να σε χάσει και τάμα μέσα στους πόνους της, να σωθείς και θα σου ’δινε το όνομα του Αγίου Προστάτη των παιδιών, τον κράτησε τον όρκο της και σ’ είχε
Μη στάξει και μη βρέξει
φτώχεια, ναι, πέντε στόματα αλλά το δικό σου φρόντιζε να είναι πάντα χορτάτο κι ας έμενε άδειο το δικό της, θυσία για το παιδί της, οσία, αγία, όπως τόσες μάνες πριν και μετά απ’ αυτήν, να τιμάται η μνήμη τους μια φορά το χρόνο στα ημερολόγια, καινούργια εδάφια να γράφονται στα Ευαγγέλια, μία καινή Καινή Διαθήκη
ξεμακραίνεις μεθυσμένος το βράδυ που έχεις απολυθεί την ώρα που ένα λεωφορείο κλείνει με απαλό πλατάγισμα τις πόρτες του, τα λάστιχα που αγκαλιάζουν τις πόρτες κάνοντας τη δουλειά τους είναι που πλαταγίζουν, ουφ κλείσαμε, ένα αεροστεγές κουτί, ξεμακραίνεις χωρίς να γνω­­ρίζεις ότι χρόνια μετά ένα αγόρι θ’ αγγίξει δι­­­στακτικά τον αγκώνα ενός κοριτσιού που θα είναι η κόρη σου, στα πίσω καθίσματα που κανείς δεν κοιτάζει κι όλα συμβαίνουν, το κορίτσι θα πα­­­γώσει, ευχάριστο πάγωμα, μούδιασμα είναι η λέξη, απ’ αυτό το κρυφό συνωμοτικό συναινετικό άγγιγμα, με το βλέμμα έχει συναινέσει βδομά­δες πριν, διαλέγοντας πάντα τις πίσω θέσεις του λεωφορείου, μπροστά εκείνη, πίσω της το αγόρι, ώσπου ένα βράδυ μετά το φροντιστήριο, σ’ αυτόν τον κοινό τόπο που είναι πια το λεωφορείο και πάνω κάτω την πόλη με τα γκρίζα κτήρια, έχοντας συναινέσει με τα βλέμματα, ο αγκώνας της ξεπροβάλλει γυμνός κάτω από το μανίκι, άρα καλοκαιρά­­κι, λίγο ξεραμένος απ’ την τριβή με τα θρανία, ο αγκώνας της ακουμπισμένος στη φάσα του παραθύρου και το αγόρι, με το πιο ζε­­στό βλέμμα κι ένα στόμα που ακόμα δεν ξέρει πώς να μιλήσει σ’ ένα κορίτσι, απλώνει διστακτι­­κά το χέρι που ξέρει πώς ν’ αγγίζει ένα κορίτσι και με τις ρώγες του δείκτη και του μέσου φευγαλέα στην αρχή δοκιμάζει την αντίσταση αποδοχή της σάρκας κι έπειτα πιο αργά, πιο σίγουρα τώρα, και αυτό λέγεται χάδι, το κορίτσι παγώνει ευχάριστα, νιώθει την καρδιά της να σταματά, την ανάσα της να κόβεται, τα πάντα δίπλα της κλείνουν σαν κινηματογραφικός φακός γύρω απ’ το σημείο του αγκώνα της που πάλλεται μυ­­­στι­­­κά, αιφνιδιασμένη τραβά το χέρι της μετανιώνο­­ντας την ίδια στιγμή που το τράβηξε και το αγόρι παραξενεμένο αρχικά αφού είχε δοκιμάσει την αντίσταση αποδοχή, τρομαγμένο μήπως τον μα­­­λώ­­­σει για το θάρρος του, Αφού είχαμε συναινέσει με το βλέμμα βδομάδες τώρα, διαμαρτύρεται από μέσα του, τραβάει κι εκείνο τα δάχτυλα που άγγιξαν το δέρμα της, τα φέρνει στα ρουθούνια κι έπειτα στον καβάλο του, στο πίσω μέρος των λεωφορείων όπου κανείς δεν κοιτάζει και όλα συμβαίνουν.