Προσφορά!

Άσωτοι

του Γκρεγκ Τζάκσον

Μετάφραση: Παναγιώτης Κεχαγιάς

, ,

«Οι άνθρωποι είναι σφαίρες που έχουν φύγει από την κάννη του όπλου», δηλώνει ο αφηγητής σε ένα από τα διηγήματα των Άσωτων του Γκρεγκ Τζάκσον. Μια παρέα μαζεύεται στην έρημο της Καλιφόρνιας για ένα τελευταίο όργιο μεθυσιού και ναρκωτικών, η επίσκεψη ενός δημοσιογράφου στη Γαλλία, στο σπίτι ενός πρώην πρωταθλητή του τένις, παίρνει μια παράδοξη, δυσοίωνη τροπή. Ένας κινηματογραφιστής φεύγει από τη Νέα Υόρκη μαζί με μια γυναίκα που μπορεί να είναι η ψυχοθεραπεύτριά του, λίγο πριν χτυπήσει η θύελλα. Μια δικηγορίνα χαμένη στο χάος του διαζυγίου της, αναζητά καταφύγιο στο εξοχικό της αλλά ανακαλύπτει ότι εκεί μένει ένα παράξενο κορίτσι. Ένας τραπεζικός βλέπει όλες του τις φιλοδοξίες να καταρρέουν, καθώς έρχεται σε επαφή με δυο παράξενες αδερφές.

Ο Γκρεγκ Τζάκσον είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες φωνές της αμερικανικής πεζογραφίας. Οι Άσωτοι, η πρώτη του συλλογή διηγημάτων, επαινέθηκε για το χιούμορ, την κριτική κοινωνική ματιά και το υπαρξιακό της βάθος. Οι ήρωες του Τζάκσον είναι νέοι, ερωτευμένοι ή όχι ακριβώς, αταίριαστοι με το περιβάλλον τους, αεικίνητοι και συγκινητικοί, και παραδίδονται στα πάθη τους καθώς διασχίζουν τα ταραγμένα ρεύματα της ζωής, αναζητώντας νόημα και αυθεντικότητα σε μια καθημερινότητα διαβρωμένη από την εμμονή στον εαυτό. Λυρική και αδίστακτη, εγκεφαλική και παραισθητική, η γλώσσα των Άσωτων χαρτογραφεί με διαίσθηση και χάρη τις περιπλοκές της σύγχρονης ζωής.

Εκκαθάριση

ο συγγραφέας

Τζάκσον Γκρεγκ

Ο Γκρεγκ Τζάκσον γεννήθηκε το 1983. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά New Yorker και Virginia Quarterly Review. Ήταν ένας από αυτούς που επιλέχθηκαν το 2016 για το
αμερικανικό βραβείο νέων συγγραφέων «5 under 35».

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

Ο ΒΑΓΚΝΕΡ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

Πρώτα κάναμε MDMA, μετά ξαπλώσαμε στο παχύ χαλί χαϊδεύοντας το πέλος, τους εαυτούς μας, ο ένας τον άλλον. Φάγαμε μπισκότα με χασίς και κάναμε ηλιοθεραπεία σιωπηλοί, την πέσαμε σε σουέτ καναπέδες. Αργότερα σνιφάραμε κόκα από κλειδιά οικολογικών αυτοκινήτων. Τη σπάσαμε σε γυάλινα τραπέζια και στις πορσελάνες του μπάνιου. Τρώγαμε μανιτάρια – τρώγαμε και περιμέναμε, τρώγαμε και περιμέναμε. Μετά απλώς τρώγαμε, αδειάζαμε τα σακουλάκια στο στόμα μας σαν να ’ταν πατατάκια. Καπνίζαμε τσιγάρα και μπάφους, πιπιλίζαμε παστίλιες με επικάλυψη χασισέλαιου. Δοκιμάζαμε τις βενζοδιαζεπίνες και τα αντι-ιικά του διπλανού μας, Restoril, Avodart, YAZ και Dexedrine, προσέχοντας για αντενδείξεις. Τρώγαμε καλά: κασουλέ, φιλέτο με τηγανητές πατάτες, ριζότο με μελάνι σουπιάς και πορτσίνι, μπαχαρικά από το Άντρα Πραντές, το Κιότο, την Αμβέρσα. Και φυσικά πίναμε: τεκίλες από καθαρή αγαύη, ουίσκι σίκαλης, λικέρ Σεν Ζερμέν, παλαιωμένα σκοτσέζικα. Περνούσαμε τα καυτά δεκεμβριάτικα απογεύματα δίπλα στην πισίνα με το θαλασσινό νερό, ειδική κατασκευή, ή στη σκιά κάτω απ’ τις ομπρέλες από φοινικόφυλλα, περιμένοντας, φαντάζομαι, να αισθανθούμε γαλήνη, να εμβαπτίσουμε το νου μας σε ένα επιβεβλημένο μηδέν, να επιστρέψουμε σε ένα μέρος από το οποίο θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε ξανά.

Όλα αυτά συνέβησαν πριν από μερικά χρόνια στο Παλμ Σπρινγκς, στο τέλος μιας εντελώς αδιάφορης χρονιάς.

***

Όταν λέω ότι είχα πάει να δω παλιούς φίλους, φίλους από τους οποίους η ζωή μου και η αίσθηση της ζωής μου είχαν πλέον αποκλίνει, δεν προσπαθώ να διαχωρίσω τη θέση μου. Η Μάρτα και ο  Ίλαϊ είχαν ζήσει στο Λος Άντζελες για κάμποσα χρόνια, αρκετά, φαντάζομαι, έτσι ώστε όποια κι αν ήταν η λογική που πάντρεψε την άμεση παρόρμηση με τους βραχυπρόθεσμους στόχους με το σχέδιο ζωής με την ταυτότητα είχε πια υποχωρήσει κάτω από το επίπεδο της συνείδησης και είχε γίνει αναπόσπαστο τμήμα του χαρακτήρα τους. Ούτε κι εγώ ήμουν αθώος, δεν αγνοούσα την αργή και ύπουλη διολίσθηση με την οποία τα μέσα για την επίτευξη των πιο πολύτιμων και ευγενών σκοπών μας γίνονται τα ίδια σκοποί – έτσι που, για παράδειγμα, το να γράψεις κάτι που θα αλλάξει τον κόσμο γίνεται το να γράψεις κάτι που θα έχει αξία για σένα τον ίδιο, που γίνεται το να εκδώσεις κάτι σχετικά αξιοπρεπές, που γίνεται το να γράψεις κάτι που να μπορεί απλώς να εκδοθεί· ή, για να δώσω άλλο ένα αυθαίρετο παράδειγμα, η αναζήτηση του αιώνιου έρωτα γίνεται η αναζήτηση ενός έρωτα που μπορεί και να κρατήσει, που γίνεται η αναζήτηση ενός συνετού μείγματος ανοχής και πάθους, που γίνεται η αναζήτηση ενός ταιριαστού κοινωνικού συντρόφου. Και φυσικά με κάθε αναπροσαρμογή δεν πιστεύεις ότι συμβιβάζεσαι ή ότι προδίδεις τις αρχές σου αλλά ότι ωριμάζεις. Κι ίσως και να ’ναι έτσι. Ίσως να κάνεις το καλύτερο που μπορείς. Αλλά η αλήθεια είναι ότι μια μέρα ξυπνάς νεκρός.

Σε κάθε περίπτωση εγώ όντως έγραφα ένα βιβλίο, που πίστευα ότι θα έκανε τους συνομηλίκους μου να συνειδητοποιήσουν πόσο μικροπρεπείς και παραστρατημένες ήταν οι ζωές τους, πόσο άξιες οι θυσίες μου, πόσο αναζωογονητικές οι αποκηρύξεις μου, πόσο ηρωικό το πείσμα μου, και τα λοιπά. Ο  Ίλαϊ και η Μάρτα προσπαθούσαν να κάνουν παιδί. Θα περνούσαν την επόμενη χρονιά προσπαθώντας να μείνουν έγκυοι, και τελικά θα τα κατάφερναν, και αργότερα αυτό το μωρό, καθώς και το δεύτερο μωρό, θα τους έδινε μια κάποια ανακούφιση από τη σύγχυση που μας βασάνιζε όλους εκείνα τα χρόνια. Αλλά πριν αποκτήσουν το μωρό τους, στη διάρκεια της εβδομάδας στην οποία διαδραματίζεται αυτή η ιστορία, είχαν αποφασίσει να κάνουν όλα εκείνα τα πράγματα που ένα μωρό καθιστά αδύνατα, όλα εκείνα τα ανεύθυνα πράγματα, έτσι ώστε, νομίζω, να μπορούν να πουν, Ορίστε, εγώ την έζησα τη ζωή μου, έχω κάνει τα πράγματα που δείχνουν ότι την έζησα τη ζωή μου, έχω κάνει κολλητή παρέα με τον Διόνυσο, αυτό το αχαλίνωτο τζίνι που υπαγορεύει την απερισκεψία και την παραίτηση, την παρακμή, την αυτοκαταστροφή και τη φθορά. «Η λίστα του μωρού», την είχαν ονομάσει.

Κι είχα ψηθεί. Αν και δεν σχεδίαζα να κάνω παιδί σύντομα, πίστευα ότι όλοι είχαμε κάτι να κερδίσουμε από τη χημική χαλάρωση της λαβής με την οποία είχαμε κρεμαστεί από τις καριέρες μας και τις γκαρνταρόμπες μας και την καλλωπιστική κοινωνική ζωή μας και τις ne plus ultra1 διακοπές στην τροπική Ασία. Οι λέξεις «όλοι» και «μας» εδώ χρησιμοποιούνται ελαφρώς μεταφορικά, αφού δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν εγώ συμπλήρωνα τον ελιτισμό της παρέας ή τον αντιμαχόμουν. Ήμασταν όμως, σε κάθε περίπτωση, ένας ιδιαίτερος τύπος σύγχρονου απατεώνα: σκηνοθέτες και γραφιάδες (σενάρια, ίντερνετ, περιοδικά) που εργαζόμασταν σποραδικά ως σύμβουλοι αφήγησης σε διαφημιστικές καμπάνιες, ειδικοί βιωσιμότητας, καριερίστες των δημοσίων σχέσεων, γραφίστες ή σύμβουλοι σχεδιασμού, μοσχεύματα από την Κοινοπολιτεία που ζούσαν στη χωρίς σύνορα μονοκαλλιέργεια του παγκόσμιου κορπορατισμού, κοινωνικοί επιχειρηματίες, καθώς κι εκείνο το παράξενο είδος ανθρώπου που έχει εφεύρει μια εφαρμογή για κινητά. Συγχρωτιζόμασταν βαρόνους των μίντια και ηθοποιούς του Χόλυγουντ και τα λιγότερο γνωστά αλλά παρ’ όλα αυτά ισχυρά στρώματα που συμπεριλάμβαναν παραγωγούς και σκηνοθέτες και COO και τους ημιδιάσημους συγγενείς των αληθινά διάσημων. Προτιμούσαμε τα βίντατζ αυτοκίνητα από τα καινούργια αλλά οδηγούσαμε υβριδικά (ε, το περιβάλλον), θεωρούσαμε το σόπινγκ ένα εκλεπτυσμένο ευφυολόγημα, και είχαμε αρκετή επίγνωση του υλισμού μας για να τον διακωμωδούμε. Ακούγαμε U2 και Morrissey και Kylie Minogue με έναν μετα-ειρωνικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να μας αρέσουν στ’ αλήθεια. Κάναμε δωρεές για φιλανθρωπικούς σκοπούς, συμμετείχαμε στα διοικητικά συμβούλια μη κερδοσκοπικών οργανώσεων και καθοδηγούσαμε κοινωνικά υπεύθυνες επιχειρήσεις. Πιστεύαμε πως δεν ήμασταν κακοί άνθρωποι. Δεν ήμασταν οι καλύτεροι, λίγο κακομαθημένοι ίσως, αλλά σίγουρα ευχάριστοι, ανέμελα έντιμοι. Πληρώναμε φόρο για τις ζωές που ζούσαμε, ώστε να μπορούμε να λέμε δημόσια, Έχω κάνει θυσίες, έχω πληρώσει το μερίδιό μου, έχω δώσει πίσω αυτό που μου αναλογεί. Ένα σύστημα από προλουθηρανικά συγχωροχάρτια. Από αντισταθμίσματα για το αποτύπωμα άνθρακα. Μια οικολογική άφεση αμαρτιών. Ήμασταν συνδεδεμένοι. Είχαμε πρόσβαση.

Ήμουν μακράν ο φτωχότερος της παρέας. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό, αν και δεν ήμουν φτωχός για λόγους αρχής. Δεν ξέρω γιατί ήμουν τόσο φτωχός. Μάλλον από τεμπελιά. Δεν είχα αρκετή ενέργεια ή φαντασία για να εξαργυρώσω τα ταλέντα μου, αυτά που είχα τέλος πάντων. Και για να είμαι ειλικρινής, πιστεύω ότι είχα ενοχές επειδή πληρωνόμουν για να κάνω αυτό που αγαπάω και που εκ πρώτης όψεως φαινόταν αυτάρεσκο. Οπότε την εβδομάδα εκείνη στο σπίτι στο Παλμ Σπρινγκς, όπου με ανέχονταν για τα χαρίσματα και όχι για το εισόδημά μου, είχα τη διπλή συνείδηση ενός Βολταίρου στην αυλή του Μεγάλου Φρειδερίκου, ή των μαρξιστών που περιφέρονται σκυθρωποί στα πάρτι της υψηλής κοινωνίας στα μυθιστορήματα του Γουίνταμ Λιούις, πράγμα που σημαίνει ότι σνίφαρα, έτρωγα κι έπινα τζάμπα, και ταυτόχρονα αισθανόμουν εκτός, αμέτοχος. […]