Προσφορά!

Η ασπίδα του Αχιλλέα

του Γ. Χ. Ώντεν

Μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς

, ,

ΠΕΝΘΙΜΟ ΜΠΛΟΥΖ

Κόψτε τα τηλέφωνα, πάψτε τα ρολόγια,
Το πιάνο κλείστε, πνίξτε τύμπανα και λόγια,
Δώστε ένα κόκαλο στο σκύλο να ησυχάσει,
Ο θρήνος άρχισε, το φέρετρο ας περάσει.

Τα αεροπλάνα από πάνω να στενάξουν,
Στον ουρανό ψηλά «Είναι νεκρός» να γράψουν·
Μαβιές κορδέλες βάλτε στ’ άσπρα περιστέρια,
Τα μαύρα γάντια οι τροχονόμοι έχουν στα χέρια.

Ανατολή και Δύση, αυτός, Βορράς και Νότος,
Χαρά της Κυριακής, της εβδομάδας μόχθος,
Ήταν το φως και η νύχτα μου, τραγούδι, πάθος·
Πίστευα αιώνια την αγάπη. Μα ήταν λάθος.

Τα αστέρια δεν τα λαχταρώ, πάρτε τα, σβήστε·
Τον ήλιο ρίξτε τον και το φεγγάρι κρύψτε·
Αδειάστε τον ωκεανό, διώξτε τα δάση·
Τίποτα πια καλό, ποτέ, δε θα χαράξει.

 

Η έκδοση περιλαμβάνει 19 αντιπροσωπευτικά ποιήματα από όλο το έργο του Ώντεν (μεταξύ άλλων: «Στη μνημη του Γ. Μπ. Γεητς», «1η Σεπτεμβρίου 1939», «Πένθιμο μπλουζ») μεταφρασμέ­­να από τον Ερρίκο Σοφρά, με τη γλωσσική και υφολογική ακρίβεια και με τη συναισθηματική ένταση που χαρακτηρίζει όλες του τις μεταφραστικές εργασίες.

Εκκαθάριση

ο συγγραφέας

Ωντεν Γ. Χ.

Ο Γουίσταν Χιου Ώντεν (1907-1973) υπήρξε ο σημαντικότερος ποιητής της γενιάς του. Εισήγαγε την καθημερινή γλώσσα στην αγγλική ποίηση γράφοντας στίχους πολιτικούς και στοχαστικούς, δραματικούς και τολμηρούς. Μαρξιστής αρχικά κι έπειτα χριστιανός, παραδοσιακός και ριζοσπάστης, άπατρις και οικουμενικός, αταλάντευτα αντιφασίστας, ο Ώντεν υπήρξε δημιουργός κατεξοχήν ηθικός. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στην Οξφόρδη και άρχισε να γράφει από πολύ νωρίς. Έζησε στο μεσοπολεμικό Βερολίνο, συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο, και από το 1939 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Σε συνεχή εγρήγορση, αντιρομαντικός και στοχαστικός, υπήρξε πάνω απ’ όλα ποιητής με απαράμιλλη τεχνική, αφού, από την περίοδο της πρώτης του συλλογής μελέτησε εξαντλητικά όλα τα είδη, τις φωνές και τις μορφές της αγγλικής στιχουργικής παράδοσης αλλά και το ύφος των τραγουδιών του αγγλικού μιούζικ χoλ και του βερολινέζικου καμπαρέ, των αμερικάνικων μπλουζ και του μπρεχτικού θεάτρου.

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

ΤΙ ’Ν’ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ ΑΓΑΠΗ;

Λένε ότι o έρωτας είναι ένα αγόρι,
Άλλοι ότι είναι ένα πουλί,
Λένε κάνει τον κόσμο να γυρίζει,
Και πως δεν πατά στη γη.
Ρωτώντας κάποτε το γείτονά μου
Που έδειχνε να ξέρει,
Αγριεμένη του λέει η γυναίκα του
Λέξη να μην προφέρει.

Μήπως μοιάζει με τούτη την πιτζάμα
Ή με ζαμπόν λαϊκού ξενοδοχείου;
Μυρίζει όπως των Άνδεων το λάμα
Ή έχει το άρωμα μυροδοχείου;
Γεμάτη με αγκάθια σαν το βάτο;
Ή είναι σα στρώμα πουπουλένιο αφράτο;
Τάχα σκληρή ή μαλακή στην άκρη;
Μα τι ’ν’ αυτό που το λένε αγάπη;

Μιλούν γι’ αυτή βιβλία της Ιστορίας
Με τρόπο κρυπτικό,
Θέμα κοινό σ’ υπερωκεάνια
Που πλέουν στον Aτλαντικό.
Σε αναφορές αυτοκτονίας
Το όνομά της γράφουν
Και σε καρνέ με δρομολόγια τρένων
Αδέξια το χαράζουν.

Ουρλιάζει σα σκυλί της Αλσατίας
Ή σαν την μπάντα του στρατού μουγκρίζει;
Σε πριόνι ή σε πιάνο Στάινγουέυ
Γνωρίζει το σκοπό της να τονίζει;
Ξέφρενη μες στα πάρτυ τραγουδάει
Ή μοναχά ο Μπαχ την αναπαύει;
Αν θες λίγη ησυχία, σταματάει;
Μα τι ’ν’ αυτό που το λένε αγάπη;

Κοίταξα μες στο εξοχικό μας σπίτι
Και δεν ήταν πουθενά.
Δοκίμασα στου Τάμεση την άκρη
Και στου Μπράιτον τη δροσιά.
Τι είπε η τουλίπα δε γνωρίζω,
Ο κότσυφας στα κλώνια·
Δεν ήταν στο κρεβάτι μου αποπίσω
Ούτε στον ορνιθώνα.

Της αρέσει τάχα αστεία να μορφάζει;
Είναι άρρωστη συχνά σε μια αιώρα;
Σε αγώνες ιπποδρομιών συχνάζει
Ή παίζει μ’ ένα σπάγκο όλη την ώρα;
Έχει τη θεωρία της για το χρήμα;
Μετρά γι’ αυτήν ο πατριώτης κάτι;
Λέει χυδαιότητες με αστείο ντύμα;
Μα τι ’ν’ αυτό που το λένε αγάπη;

Θα ’ρθει όταν τη μύτη μου σκαλίζω
Χωρίς να ειδοποιήσει;
Την πόρτα θα χτυπήσει όταν ξυπνήσω;
Στο τραμ θα με πατήσει;
Θα ’ρθει σαν αλλαγή καιρού στην πόλη;
Θα είναι ευγενική ή όλο βιάση;
Πού θα την πάει τη ζωή μου όλη;
Μα τι ’ν’ αυτό που το λένε αγάπη;

                                   Ιανουάριος 1938