Προσφορά!

De Mysteriis

του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη

, ,

Μυστικές λατρείες που αναβιώνουν, τελετουργικά που καλούν σκοτεινές θεότητες, επινοητές παραδόσεων που μπλέκονται στα δίχτυα των ίδιων τους των μύθων, χωριά που αρνούνται να αλλάξουν όνομα, κάμαρες δίχως πόρτες, γειτονιές με ιλιγγιώδη ρυμοτομία, κτίρια που κρύβουν μυστικά, ανύπαρκτοι δρόμοι, ανεπίδοτες επιστολές και στοιχειώματα οικοδομών. Ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, στην τρίτη συλλογή διηγημάτων του, μετατοπίζει το πεδίο του τρόμου σε φανταστικά βαλκανικά τοπία και στις αθηναϊκές γειτονιές, επιστρατεύοντας τα εργαλεία του είδους για να ανοικειώσει το καθημερινό και να υπονομεύσει το συνηθισμένο.

* Οι παραγγελίες θα αρχίσουν να παραδίδονται Τετάρτη 15 Μαΐου.

Εκκαθάριση

ο συγγραφέας

Τσαπραΐλης Χρυσόστομος

Ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης γεννήθηκε στη Λάρισα το 1984 και μεγάλωσε στην Καρδίτσα. Οι Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας είναι το πρώτο του βιβλίο.

Επισκεφθείτε τη σελίδα του συγγραφέα

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Μπροστά στη σιδερένια πόρτα του πετρόχτιστου ναού υπήρχε ένα χαλάκι μαζικής παραγωγής, από αυτά που κοστίζουν λιγότερο από ένα πιάτο φαΐ, έστω κι αν κρα-
τάνε πολύ περισσότερο. Ο Λούτκα, που δούλευε κλειδαράς εδώ και δεκαπέντε χρόνια, είχε αντικρίσει αμέτρητα από δαύτα, σε διάφορα σχήματα και αποχρώσεις, με κάθε είδους μήνυμα επάνω – το συγκεκριμένο έγραφε WELCOME με ξεφτισμένα κόκκινα γράμματα σχεδόν αδιόρατα στο ημίφως του δειλινού. Φαινόταν παράταιρο μπροστά σε αυτή τη δυσοίωνη εκκλησία που είχε ανακαλύψει βαθιά μέσα στο δάσος στα νότια της γενέτειράς του, ένα κτίσμα εξόριστο στη σφαίρα του μύθου μέχρι πριν κάποιες ώρες.
Το πατάκι τού θύμισε τις πλαστικές σακούλες όπου κάποιες φορές φυλάνε τις αρμαθιές απ’ τα κεριά στις εκκλησίες, τις συσκευασίες των καθαριστικών στις αποθήκες από κάστρα που έχουν γίνει πλέον τουριστικά αξιοθέατα, τα ηλεκτρονικά ρολόγια πλάι στις προθήκες των μουσείων· τους διάφορους τρόπους που εισχωρεί το παρόν στο παρελθόν για να διαρρήξει κάθε προσπάθεια για πιστή αναπαράσταση μιας περασμένης εποχής. Παρ’ όλα αυτά, εκτίμησε το καλωσόρισμα, όσο τετριμμένο κι αν ήταν, όσο τυποποιημένος και αν ήταν ο κομιστής του – μπορεί η ανακάλυψη να είχε μεθύσει το πνεύμα του, αλλά η ερημιά του μέρους, ο ερχομός της νύχτας και τα μακάβρια βλέμματα που του ’ριχναν οι συσκοτισμένες κόγχες της πέτρινης εκκλησίας, είχαν αρχίσει να ζώνουν τα άκρα του με τα φολιδωτά δεσμά ενός αδιόρατου τρόμου.

Όπως όλοι οι ντόπιοι, ο Λούτκα είχε μεγαλώσει με απόκοσμες διηγήσεις για τον μυστηριώδη ναό που λεγόταν πως φώλιαζε στο ομιχλιασμένο δάσος, ένα κτίσμα που κανείς, απ’ όσο ήξερε, δεν είχε δει από κοντά. Οι περισσότεροι πίστευαν ότι οι σχετικές παραδόσεις ήταν παραμύθια για να φοβούνται τα παιδιά και να εξάπτονται οι έφηβοι· οι θρύλοι είχαν όμως τέτοια δραστικότητα, είχαν μπολιάσει τόσο πολύ την τοπική κοινωνία, που εξαιτίας τους ο κόσμος της πόλης και των γύρω χωριών απέφευγε συστηματικά εδώ και αιώνες τους μουχλιασμένους κορμούς που τώρα περικύκλωναν τον Λούτκα. Ο πυκνός δρυμός παρέμενε έρημος ακόμη και τις ηλιόλουστες Πρωτομαγιές, ακόμη και τα πιο ζεστά Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού, παρά τον ίσκιο που έριχναν οι αρχαίοι ίταμοι, παρά τις ολόδροσες γούβες με τα κρυστάλλινα νερά που ανάβλυζαν από τις ρίζες των δέντρων. Ο κόσμος προτιμούσε να ταξιδέψει σε μέρη μακρινά, σε σημεία λιγότερο όμορφα και βολικά, που όμως, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν κάπως πιο ασφαλή, λιγότερο ζοφερά.
Σύμφωνα με αυτές τις τόσο ανθεκτικές και διαβρωτικές ιστορίες, στα βάθη του δάσους, στην κορυφή ενός χαμηλού λόφου, φώλιαζε η κυκλώπεια Εκκλησία των Μυστηρίων του Σατανά, ένα ερεβώδες μεγαθήριο από μαύρη πέτρα, θαμπό γυαλί και πένθιμο ξύλο, χτισμένο πάνω στα ερείπια ενός αρχαιότερου ναού αφιερωμένου στον Ζάλμοξι, τον αρχαίο θεό των Γετών.
Λεγόταν πως στην απόκρυφη αυτή εκκλησία φώλιαζαν πριν χρόνια αμέτρητα οι Σολομάντες, οι ντόπιοι μάγοι του παλιού καιρού. Το τάγμα είχε τρομοκρατήσει την επαρχία με θεοστυγείς τελετές και ανείπωτα εγκλήματα –βεβηλώσεις τάφων, θυσίες ταξιδιωτών, βλάσφημες νυχτερινές λιτανείες και συστηματικό εμπαιγμό των δεσμών που συγκροτούσαν την τοπική κοινότητα– πριν εξαφανιστεί μέσα σε μια νύχτα, σαν να το είχε καταπιεί η γη που είχε μολύνει με τις επαίσχυντες πράξεις του.
Ο Λούτκα άκουγε από μικρό παιδί γι’ αυτές τις μυθικές φιγούρες, με τρόμο που παλλόταν με σαγήνη· λά­­­τρευε τις διηγήσεις μα ενοχλούνταν απ’ τη λακωνικό­τητα των λεπτομερειών σχετικά με τις τελετές και τη μυ­­­στήρια εξαφάνιση του τάγματος. Έτσι, είχε περάσει πολλές νύχτες –πάντα με αναμμένο το φωτάκι νυκτός και με την πόρτα του δωματίου ανοιχτή ώστε να φαίνε­­ται η κρεβατοκάμαρα των γο­­νιών– προσπαθώντας να γεμίσει τα κενά των φειδωλών αφηγήσεων με το νου του: φανταζόταν τα μελαψά κεριά που έκαιγαν στην εκκλησία με φλόγες παράδοξων χρωμάτων, τους πιστούς που κοινωνούσαν μια θεοσκότεινη μεταλαβιά, τις αποκρουστικές ψαλμωδίες να αναβλύζουν από τα στενά παράθυρα για να μπλεχτούν στα αγκυλωμένα κλαδιά των δέντρων που αναθεμάτιζαν το ναό από κάθε μεριά. Άλλοτε πάλι μελαγχολούσε καθώς σκεφτόταν πόσο άδεια ήταν πλέον η εκκλησία, πόσους αιώνες είχε να τη λειτουργήσει κάποιος, πόσο το κτίριο είχε στερηθεί το σκοπό της ύπαρξής του μετά την ανεξιχνίαστη εξαφάνιση των μάγων, την οποία προσπαθούσε να ιχνηλατήσει νο­­­ητά, σκαρώνοντας δικούς του μύθους.
Δεν άργησε να μοιραστεί τις σκέψεις του με άλλα παιδιά που σπάραζαν κι αυτά από λαχτάρα για τους θρυλικούς μάγους και το στοιχειωμένο δάσος. Στις πλατείες, στις αυλές, στα δωμάτιά τους, μπάλωναν μαζί τα κενά των παλιών ιστοριών, χρωμάτιζαν τα σκοτεινά σημεία των διηγήσεων, τύλιγαν τους θρύλους με τις δικές τους φαντασίες, με όσα τους ενθουσίαζαν από την τηλεόραση, τα μεταφρασμένα βιβλία και τις κασέτες μουσικής που αντάλλαζαν με κατάνυξη, σαν να ήταν απαγορευμένες σπίθες. Επαναλάμβαναν ξανά και ξανά μεταξύ τους τις εμπλουτισμένες ιστορίες και τις διέδιδαν σε άλλους συνομήλικους, που κι αυτοί με τη σειρά τους έφτιαξαν τις δικές τους εκδοχές, μέχρι που κάποια στιγμή ο Λούτκα συνειδητοποίησε ότι δυσκολευόταν να θυμηθεί ποια μέρη ήταν φτιαχτά (και από ποιους) και ποια του είχαν έρθει ατόφια από το παρελθόν.
Κάποια χρόνια αργότερα, όταν είχε πια πατήσει τα τριάντα, τον φώναξαν να εγκαταστήσει νέες κλειδα­ριές σε μια μονοκατοικία στα προάστια. Εκεί άκουσε τη μητέρα της οικογένειας, μια νεαρή περίπου στην ηλικία του, να λέει εμπιστευτικά στα δυο παιδιά της για το ευαγγέλιο που είχαν οι Σολομάντες, ένα βιβλίο από σάρκα ανθρώπινη, το σύγγραμμα που είχε σβήσει προδοτικά ένας από τους μάγους, σφουγγίζοντας το μελάνι από τις σελίδες του, καταδικάζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο στην ανυπαρξία ολόκληρο το τάγμα. Ήταν μια ιστορία που είχε επινοήσει ο Λούτκα, η δική του εκδοχή για το χαμό των μάγων· το δημιούργη­μά του είχε ταξιδέψει στο χρόνο, από τη μια άκρη της πόλης στην άλλη, για να φτάσει στα δύο αυτά παιδιά που θα μεγάλωναν πιστεύοντας ότι είχαν ακούσει μια διήγηση αναλλοίωτη από τις εποχές των μακρινών προγόνων τους. Καθώς εγχείριζε την πίσω πόρτα του σπιτιού, ο Λούτκα συλλογίστηκε πως κάθε γενιά στοίβαζε στο οικοδόμημα του μύθου δικά της υλικά, έτσι που η όποια αλήθεια κρυβόταν στη ρίζα μιας παράδοσης κα­­­τέληγε να αλλοιώνεται ανεπιστρεπτί από επιχωματώ­σεις. Φεύγοντας από κει σκέφτηκε ότι η εκκλησία και το τάγμα των Σολομαντών μπορούσαν κάλλιστα να είναι επινοήσεις κάποιων παλιότερων συντοπιτών του, ονειροφαντασίες για κάποιο ξεχασμένο ξωκκλήσι, που έλα­­χε να γίνουν το θεμέλιο για μια ολόκληρη τοπική μυ­­θολογία. Γεμάτος απογοήτευση, εκείνη τη μέρα αποδέχτηκε την κίβδηλη φύση του ναού· αυτή του η πε­­­ποίθηση παρέμεινε αδιατάρακτη για μια ολόκληρη δε­­­καετία, ώσπου μια αναπάντεχη ανακάλυψη προκάλεσε ρωγμές στην επιφάνειά της.

[…]