Προσφορά!

Ανατομία κόρης

της Μαρίας Φακίνου

, ,

Ένα κορίτσι μεγαλώνει στη δεκαετία του ᾿80, μέσα στα όρια ενός παραδεισένιου Κήπου και μιας πυρηνικής οικογένειας, σε «ένα παλίμψηστο από Καθαρές Δευτέρες. Μισοτελειωμένα γεύματα, λεκιασμένα τραπεζομάντιλα, ακρωτηριασμοί μικρής κλίμακας». Αυτή η Εδέμ όμως δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα – η κόρη ενηλικιώνεται. Η νουβέλα της Μαρίας Φακίνου ανατέμνει την παιδική ηλικία για να αφηγηθεί τη σταδιακή διάσπαση και κατάρρευση της πρωταρχικής ενότητας, μέσα από την ανάγνωση, την ερωτική αφύπνιση, την ασθένεια και το θάνατο.

Εκκαθάριση

η συγγραφέας

Κριτικές

Ωδή στις κουζίνες

Καθισμένη με τη μητέρα στην κουζίνα, παλεύω να κεντήσω πάνω σ ᾿ ένα μαξιλάρι ένα λουλούδι για το μάθημα των οικοκυρικών. Η δασκάλα έρχεται πάντα αναψοκοκκινισμένη στην τάξη, λες και στεκόταν πάνω από αχνιστές κατσαρόλες, και στο μάθημά της βγάζει έξω όλα τα αγόρια για να παίξουν. Τα οικοκυρικά είναι αυστηρώς γυναικεία υπόθεση.

Η μαμά πατάει δυνατά το πετάλι της ραπτομηχανής της κάνοντας τη βελόνα να πέφτει πάνω στο ύφασμα που στριφώνει, σαν συνεχόμενοι πυροβολισμοί. Τα δάχτυλά μου έχουν σταγόνες αίμα, το λουλούδι μοιάζει σαν μαραμένο. Νιώθω δάκρυα πίσω από τα γυαλιά μου, νιώθω άχρηστη από τη δοκιμασία του κεντήματος, γενιές γυναικών έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους πάνω σε άπειρα μαξιλαράκια, τραπεζομάντιλα, κουρτίνες, εγώ ανεπίδεκτη, πετάω το ύφασμα πάνω στο τραπέζι.

Η μητέρα παίρνει το πόδι της απ ᾿ το πετάλι, η ραπτομηχανή υπακούει ακαριαία, η βελόνα μένει στον αέρα. Παίρνει το κέντημά μου στα χέρια της, κοιτάζει μια το λουλούδι μια εμένα. Τη βλέπω που συγκρατείται για να μη γελάσει. Τα δάκρυα συνωστίζονται πίσω απ ᾿ τα γυαλιά μου. Χωρίς να πει λέξη, το ξηλώνει κι αρχίζει με γρήγορες κινήσεις να το ξανακεντά, όμορφο, με τη γνώση όλων αυτών των γυναικών πριν από αυτήν που κάπως πέρασε και στα δικά της χέρια. Μες στις κουζίνες, σε αυτά τα πεδία των μαχών, ακόμα κι οι μεγαλύτερες αντιπαλότητες ξεχνιούνται.

Στο μάθημα των οικοκυρικών θα πάρω τον καλύτερο βαθμό.

 

***

 

Τ᾿ ανομολόγητα

Μέχρι τότε, μέχρι ν ᾿ ανοίξει αυτή η πόρτα δίπλα μου εκείνη την Τρίτη, δεν ήξερα τι ήμουν. Κανείς δεν είχε πει για μένα τι όμορφη, τι χαριτωμένη, τι έξυπνη. Κανείς δεν με είχε θαυμάσει. Δεν με είχε επιθυμήσει. Και μόλις κατάλαβα πόσο αδύναμο σε έκανε η επιθυμία σου για μένα, τότε συνειδητοποίησα πόση εξουσία κρατούσα στα χέρια μου. Αφού γινόταν με σένα, θα γινόταν και με άλλους. Στο σπίτι ήμουν η νοσοκόμα. Έξω, η κούκλα της βιτρίνας. Έγινα η επιθυμία που ήθελαν να είμαι.

Έρχεσαι πια κάθε Τρίτη με το μαύρο γυαλιστερό αυτοκίνητο πριν το μάθημα των αγγλικών. Δεν γνωρίζω τίποτε για σένα κι ούτε θέλω να μάθω. Μόνο να σε περιμένω να έρθεις να με πάρεις και να ξέρω πόσο υποφέρεις σιωπηρά στη διαδρομή μέχρι να κλείσει η πόρτα πίσω μας.

Ο αδερφός με εκβιάζει ότι θα το πει στη μαμά, πως βαρέθηκε κάθε φορά να εφευρίσκει δικαιολογίες για τις απουσίες μου. Τον απειλώ, αν το κάνεις τέρμα τα φάρμακα, ασπιρίνη θα σου δίνω, θα ιδροκοπάς και θα σπαρταράς και θα ξεχάσεις τον κόσμο πώς είναι. Κι έπειτα για να τον πληγώσω, Η μαμά με αφήνει να κάνω ό,τι θέλω.

Στο μικροσκοπικό διαμέρισμα, που άραγε φέρνεις κι άλλες εκτός από μένα, με τα παντζούρια πάντα κλειστά και την καμπάνα να μετρά το χρόνο μας, σε παρατηρώ γυμνό να τρως στην κουζίνα μέσα από ένα βρώμικο πιάτο. Μασάς αργά και θέλω τα δάχτυλά μου στο στόμα σου να βάλω.

Οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου φωτίζουν τα αδειανά βαζάκια του γλυκού πάνω στα ράφια. Σκέφτομαι να τοποθετώ προσεκτικά μέσα σ ᾿ αυτά τα μέλη σου, μέλη που ένα προς ένα έχω αγαπήσει με τη γλώσσα μου, κι ένα προς ένα έχω ακρωτηριάσει με τα μικρά μου δόντια.

Κοιτάζω το νευρώδες σώμα σου, τους μηρούς, τα χέρια σου που με χαϊδεύουν όταν είμαι ξαπλωμένη πάνω σου, πόσο τυχερή που είσαι τόσο τρυφερός, είσαι θλιβερός, σου λέω, είσαι άρρωστος, άρρωστος, γέρος και θλιβερός που κλείνεσαι μαζί μου στα κρυφά, σ ᾿ ένα δωμάτιο, με κάποια της ηλικίας μου, σπρώχνεις το πιάτο στην άκρη και με πλησιάζεις, γονατίζεις μπροστά μου, μ ᾿ αγκαλιάζεις απ ᾿ τη μέση και χώνεις το πρόσωπό σου στην κοιλιά μου, περίμενα ότι θα με χτυπήσεις, ήθελα να με χτυπήσεις, γι ᾿ αυτό σου μίλησα έτσι, ο θυμός σου θα μου έδινε χαρά. Με κατέστρεψες, λέει το στόμα σου στην κοιλιά μου, τα δάκρυά σου μουσκεύουν το υπογάστριό μου φυτεύοντας μέσα μου την απόγνωσή σου και τότε σκαρφαλώνω στο τραπέζι, σου ζητώ να με πάρεις ξανά, δυνατά, κάνεις ό,τι σου ζητάω, κάθε σου ώθηση μέσα μου με σπρώχνει πιο μακριά από τον Κήπο της Εδέμ.

Εκείνες τις στιγμές μαζί σου, δεν είμαι πια η κόρη.